Το δωμάτιο του Τζοβάνι

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 41 Εξακολουθούσα να μην μπορώ να πω λέξη. Κοιτούσα μόνο το πρόσωπό του. «Ήσασταν πολύ τυχερά, παιδιά μου» είπε προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Εσύ τραυματίστηκες πιο σοβαρά απ’ όλους». «Ήμουνα μεθυσμένος» κατάφερα να πω. Ήθελα να του τα πω όλα – αλλά η ομιλία ήταν σκέτο βασανιστήριο. «Δεν το ξέρεις» ρώτησε δείχνοντας να τα έχει τελείως χαμένα –γιατί αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του, να τα έχει χαμένα– «ότι όταν είσαι μεθυσμένος δεν πιάνεις το τιμόνι και δεν γυρίζεις με το αυτοκίνητο δεξιά κι αριστερά; Το ξέρεις πολύ καλά» είπε με αυστηρό ύφος και σούφρωσε τα χείλια. «Θα μπορούσατε να είχατε σκοτωθεί όλοι σας». Κι η φωνή του έτρεμε. «Λυπάμαι» είπα ξαφνικά. «Λυπάμαι». Δεν ήξερα πώς να πω για ποιο πράγμα λυπόμουνα. «Μη λυπάσαι» είπε εκείνος. «Μόνο την άλλη φορά να προσέχεις». Όλη αυτή την ώρα πίεζε το μαντίλι του ανάμεσα στις παλάμες. Τώρα άνοιξε το μαντίλι, άπλωσε το χέρι και μου σκούπισε το μέτωπο. «Δεν έχω άλλον στον κόσμο» είπε τότε, μ’ ένα ντροπαλό, πονεμένο χαμόγελο. «Nα προσέχεις». «Μπαμπά» έκανα εγώ. Κι άρχισα να κλαίω. Κι αν η ομιλία ήτανε βασανιστήριο, αυτό ήταν ακόμα χειρότερο κι όμως δεν μπορούσα να σταματήσω.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=