Το δωμάτιο του Τζοβάνι

JAMES BALDWIN 40 έμοιαζε να είναι αυτή καθαυτή η καρδιά του χειμώνα, ένα ψηλό, λευκό ταβάνι και λευκοί τοίχοι, κι ένα σκληρό, παγωμένο παράθυρο, γερμένο, όπως έμοιαζε, από πάνω μου. Θα πρέπει να επιχείρησα να ανασηκωθώ, γιατί θυμάμαι ένα φρικαλέο ουρλιαχτό μέσα στο κεφάλι μου κι ύστερα ένα βάρος στο στήθος μου κι ένα τεράστιο πρόσωπο από πάνω μου. Και καθώς αυτό το βάρος, αυτό το πρόσωπο, άρχιζαν να με ξανασπρώχνουν προς τα κάτω, ούρλιαξα φωνάζοντας τη μάνα μου. Κι ύστερα έγινε πάλι σκοτάδι. Όταν συνήλθα τελικά, ο πατέρας μου στεκόταν πάνω απ’ το κρεβάτι μου. Το ’ξερα ότι ήταν εκεί προτού ακόμη τον δω, προτού επικεντρώσω το βλέμμα και στρέψω προσεκτικά το κεφάλι. Μόλις είδε ότι ήμουνα ξύπνιος, ήρθε προσεκτικά ένα βήμα πιο κοντά στο κρεβάτι, κάνοντάς μου νόημα να μείνω ακίνητος. Και φαινότανε πολύ γέρος. Ήθελα να κλάψω. Μείναμε έτσι για λίγο κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. «Πώς αισθάνεσαι;» ψιθύρισε στο τέλος. Όταν προσπάθησα να μιλήσω, τότε μόνο συνειδητοποίησα ότι πονούσα κι αμέσως ένιωσα τρομαγμένος. Θα πρέπει να το είδε αυτό στο βλέμμα μου, γιατί είπε με χαμηλή φωνή, με μια πονεμένη, υπέροχη ένταση: «Μην ανησυχείς, Nτέιβιντ. Θα γίνεις καλά. Θα γίνεις καλά».

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=