ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 39 σε πατέρα και γιο, που θα μου είχε επιτρέψει να τον αγαπήσω. Μια νύχτα, καθώς γύριζα μεθυσμένος μαζί με κάμποσους άλλους από ένα πάρτι έξω από την πόλη, το αυτοκίνητο που οδηγούσα έγινε σμπαράλια. Το φταίξιμο ήταν όλο δικό μου. Ήμουνα τόσο μεθυσμένος που σχεδόν δεν μπορούσα να περπατήσω και δεν έπρεπε να πιάσω το τιμόνι. Oι άλλοι όμως δεν το ήξεραν αυτό, αφού είμαι από κείνους που μπορούν να φαίνονται και να ακούγονται νηφάλιοι ενώ στην πραγματικότητα είναι έτοιμοι να καταρρεύσουν. Σε μια μεγάλη ευθεία του αυτοκινητόδρομου συνέβη κάτι αλλόκοτο σ’ όλα μου τα αντανακλαστικά, και το αυτοκίνητο ξέφυγε απότομα από τον έλεγχό μου. Κι ένας στύλος του τηλεφώνου, άσπρος σαν αφρός, όρμησε αλαλάζοντας καταπάνω μου μέσα από το μαύρο σκοτάδι. Άκουσα κραυγές κι ύστερα έναν δυνατό, διαπεραστικό ήχο σαν βρυχηθμό. Έπειτα όλα γίνανε κατακόκκινα κι ύστερα φωτεινά σαν μέρα, κι έπεσα μέσα σ’ ένα τέτοιο σκοτάδι που όμοιό του δεν είχα δει άλλη φορά στη ζωή μου. Είχα αρχίσει να συνέρχομαι όταν μας μετέφεραν στο νοσοκομείο. Θυμάμαι πολύ αχνά κινήσεις και φωνές, αλλά έμοιαζαν πάρα πολύ απόμακρες, έμοιαζαν να μην έχουν καμία σχέση μ’ εμένα. Κι ύστερα, αργότερα, συνήλθα σ’ ένα μέρος που
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=