Το δωμάτιο του Τζοβάνι

JAMES BALDWIN 34 Άκουσα τα βαριά, ασταθή βήματά του καθώς διέσχιζε το δωμάτιο και πήγαινε προς τη σκάλα. «Μη νομίζεις» είπε η Έλεν «πως δεν ξέρω πού ήσουνα». «Έξω ήμουνα και τα ’πινα» είπε ο πατέρας μου «και τώρα θα ’θελα να κοιμηθώ λιγάκι. Μου επιτρέπεις;» «Ήσουνα μ’ εκείνο το κορίτσι, την Μπέατρις» έκανε η Έλεν. «Εκεί βρίσκεσαι συνέχεια κι εκεί πάνε όλα τα λεφτά σου και μαζί μ’ αυτά κι όλο σου το αντριλίκι κι η αξιοπρέπεια». Τα είχε καταφέρει να τον κάνει να θυμώσει. Εκείνος άρχισε να τραυλίζει. «Αν νομίζεις – αν νομίζεις – πως θα κάτσω – θα κάτσω – θα κάτσω εδώ – και θα τσακώνομαι μαζί σου για την προσωπική μου ζωή – την προσωπική μου ζωή! – αν νομίζεις πως θα τσακωθώ μ’ εσένα γι’ αυτό το πράγμα, ε, τι να σου πω, δεν πας καθόλου καλά». «Δεν με νοιάζει καθόλου» έκανε η Έλεν «τι κάνεις στον εαυτό σου. Δεν ανησυχώ για σένα. Μόνο που είσαι το μοναδικό πρόσωπο που έχει κάποια εξουσία πάνω στον Nτέιβιντ. Εγώ δεν έχω καμία. Κι είναι χωρίς μητέρα. Κι εμένα μ’ ακούει μοναχά όταν νομίζει πως αυτό σ’ ευχαριστεί. Μήπως νομίζεις πως είναι καλό πράγμα για τον Nτέιβιντ να σε βλέπει να γυρίζεις κάθε βράδυ σπίτι παραπατώντας μεθυσμένος; Και μην αυταπατάσαι» πρό-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=