ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 35 σθεσε ύστερα από μια μικρή παύση, κι η φωνή της πνιγόταν από το πάθος «μην αυταπατάσαι ότι δεν ξέρει από πού έρχεσαι, μη νομίζεις πως δεν ξέρει για τις γυναίκες σου!» Έκανε λάθος. Δεν νομίζω να ήξερα γι’ αυτές – ή να τις είχα σκεφτεί ποτέ μου. Αλλά από κείνο το βράδυ τις σκεφτόμουνα συνέχεια. Μου ήταν σχεδόν αδύνατον από τότε να κοιτάξω μια γυναίκα και να μην αναρωτηθώ αν είχε ο πατέρας μου, όπως το διατύπωνε η Έλεν, «σχέση» μαζί της. «Μου φαίνεται μάλλον αδύνατον» έκανε ο πατέρας μου «να έχει ο Nτέιβιντ πιο καθαρό μυαλό απ’ το δικό σου». Η σιωπή, ύστερα, μέσα στην οποία ανέβηκε ο πατέρας μου τη σκάλα, ήτανε σίγουρα η χειρότερη που είχα γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου. Αναρωτιόμουνα τι να σκέφτονταν – και ο ένας και η άλλη. Αναρωτιόμουνα πώς να ήταν η φάτσα τους. Αναρωτιόμουνα τι θα αντίκριζα όταν θα τους έβλεπα το πρωί. «Κι άκου να σου πω» είπε ξαφνικά ο πατέρας μου στη μέση της σκάλας, με μια φωνή που με τρόμαξε «το μόνο που θέλω για τον Nτέιβιντ είναι να μεγαλώσει και να γίνει άντρας. Κι όταν λέω άντρας, Έλεν, δεν εννοώ δάσκαλος του κατηχητικού». «Ένας άντρας» απάντησε η Έλεν κοφτά «δεν είναι το ίδιο πράγμα μ’ έναν ταύρο. Καληνύχτα».
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=