ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 29 μαύρη νύχτα. Αναρωτιόμουνα τότε τι να σκεφτότανε. Όπως τον φέρνω στη μνήμη μου, φοράει πάντα ένα γκρίζο, αμάνικο πουλόβερ κι έχει χαλαρώσει τη γραβάτα του, και τα αχνόξανθα μαλλιά του πέφτουν πάνω σ’ ένα τετράγωνο, ροδοκόκκινο πρόσωπο. Ήταν από κείνους τους ανθρώπους που ενώ γελάνε εύκολα, αργούν να θυμώσουν. Κι έτσι ο θυμός τους, όταν ξεσπάει, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός, μοιάζοντας να ξεπηδάει από κάποια ανύποπτη χαραμάδα, σαν φωτιά που θα ρημάξει ολάκερο το σπίτι. Κι η αδερφή του η Έλεν, λίγο πιο μεγάλη από κείνον, λίγο πιο μελαχρινή, πάντα παραστολισμένη, παραβαμμένη, μ’ ένα πρόσωπο και μια σιλουέτα που αρχίζουν να στεγνώνουν, και παραφορτωμένη χρυσαφικά που σείονται και βροντάνε στο φως, κάθεται στον καναπέ και διαβάζει. Διάβαζε πολύ, όλα τα καινούργια βιβλία, και πήγαινε πολύ στον κινηματογράφο. Ή έπλεκε. Έχω την εντύπωση πως κουβαλούσε πάντοτε μια μεγάλη τσάντα γεμάτη επίφοβες βελόνες του πλεξίματος ή ένα βιβλίο ή και τα δύο. Και δεν ξέρω τι έπλεκε, αν και φαντάζομαι ότι πρέπει τουλάχιστον κάποιες φορές να είχε πλέξει κάτι για τον πατέρα μου ή για μένα. Αλλά δεν το θυμάμαι, όπως δεν θυμάμαι ούτε τα βιβλία που διάβαζε. Mπορεί κάλλιστα να ήταν πάντα το ίδιο βιβλίο και μπορεί κάλλιστα να
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=