ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ 27 την εποχή που ήρθα στη Γαλλία, ο πατέρας μου με την καινούργια του γυναίκα είχαν προαχθεί κοινωνικά και είχαν εγκατασταθεί στο Κονέκτικατ. Φυσικά, την εποχή εκείνη ήταν πολύς καιρός που έμενα πια μόνος μου σ’ ένα διαμέρισμα στο ανατολικό Μανχάταν. Όταν λέω εμείς, για τότε που μεγάλωνα ακόμη, εννοώ τον πατέρα μου, την ανύπαντρη αδερφή του κι εμένα. Τη μητέρα μου την είχανε πάει στο νεκροταφείο όταν ήμουνα πέντε χρονών. Oύτε που τη θυμάμαι καλά καλά, όμως εμφανιζότανε στους εφιάλτες μου, με τα μάτια τυφλωμένα από τα σκουλήκια, τα μαλλιά ξερά σαν μέταλλο κι εύθραυστα σαν ξερόκλαδα, πασχίζοντας να με σφίξει πάνω στο κορμί της, εκείνο το κορμί το σαπισμένο, το τόσο αηδιαστικά μαλακό που άνοιγε καθώς εγώ πάλευα με τα νύχια να ξεφύγω και έκλαιγα, σχηματίζοντας μια ρωγμή τόσο τεράστια που μπορούσε να με καταπιεί ζωντανό. Όταν όμως έτρεχαν στο δωμάτιό μου ο πατέρας μου ή η θεία μου να δουν τι με είχε τρομάξει, εγώ δεν τολμούσα να περιγράψω αυτό το όνειρο που έμοιαζε με προδοσία προς τη μητέρα μου. Έλεγα πως είχα ονειρευτεί ένα νεκροταφείο. Εκείνοι συμπεραίνανε ότι αυτή η διαταραχή της φαντασίας μου οφειλότανε στον θάνατο της μητέρας μου κι ίσως να νόμιζαν ότι πενθούσα για κείνη. Και μπορεί πράγματι να
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=