JAMES BALDWIN 20 ρω ότι ένιωσα κάτι –καθώς χοροπηδούσαμε άγαρμπα μέσα στον μικρό, γεμάτο ατμούς χώρο, μαστιγώνοντας ο ένας τον άλλο με τις βρεγμένες πετσέτες– κάτι που δεν είχα νιώσει άλλη φορά και που μυστηριωδώς, αν και χωρίς συγκεκριμένο στόχο, συμπεριλάμβανε κι εκείνον. Θυμάμαι να νιώθω μια βαριά απροθυμία να ντυθώ: το απόδωσα στη ζέστη. Nτυθήκαμε όμως, που λέει ο λόγος δηλαδή, και φάγαμε κρύα πράγματα από το ψυγείο του και ήπιαμε μπόλικη μπίρα. Πρέπει να πήγαμε στον κινηματογράφο. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν άλλο λόγο για το πώς βρεθήκαμε έξω και θυμάμαι να περπατάμε μέσα στους σκοτεινούς, τροπικούς δρόμους του Μπρούκλιν με τη ζέστη να αναδύεται από τα πεζοδρόμια και να εκτοξεύεται από τους τοίχους των σπιτιών με τόση δύναμη που θα μπορούσε να σκοτώσει άνθρωπο, με όλους τους ενήλικες του κόσμου, όπως φαινότανε, να κάθονται φωνακλάδες κι ατημέλητοι στις βεράντες κι όλα τα παιδιά του κόσμου στα πεζοδρόμια ή στα ρείθρα του δρόμου ή κρεμασμένα από τις εξωτερικές σκάλες κινδύνου, με το μπράτσο μου γύρω από τους ώμους του Τζόι. Ήμουνα περήφανος νομίζω, γιατί το κεφάλι του έφτανε ακριβώς κάτω από τ’ αυτί μου. Περπατούσαμε και ο Τζόι έλεγε διάφορες σόκιν εξυπνάδες και γελούσαμε. Παράξενο που θυμάμαι, πρώτη φορά ύστερα από τόσο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=