Τα κορίτσια του Λα Μπαλέν

J U L I A M A L Y E 30 χτώσει όταν την κάλεσαν στο βρεφοκομείο. Θυμάται τον κρύο αέρα να αρπάζει το σώμα της τόσο δυνατά, που έκα- νε το κεφάλι της να γυρίζει. Στο κτίριο Λα Κρες ο πάγος έκανε τις σκάλες ολισθηρές σαν τα καλντερίμια των αυλών. ΗΜαργκερίτ άκουσε το κλάμα των μωρών, εισέπνευσε την αποφορά από τα λεκιασμένο μαλλί πολύ πριν φτάσει στον κεντρικό κοιτώνα. Μέσα, το μισό δωμάτιο ήταν εντελώς σκοτεινό. Δεν είχαν μείνει πια πολλά κεριά και η φωτιά έκαιγε μόνο στο ένα από τα δύο τζάκια. Οι προϊσταμένες αδελφές, γνωστές και ως «οι θείες του Λα Κρες», τάιζαν, καθάριζαν και ηρεμούσαν τα παιδιά. Τα πρόσωπα των μω- ρών στην αγκαλιά τους έμοιαζαν γέρικα, τα μάτια των γυ- ναικών σκληρά. Η Μαργκερίτ χρειάστηκε πολύ χρόνο ώσπου να βρει την προϊσταμένη. Μόλις τη βρήκε, πέρασαν στον διάδρομο που οδηγούσε στις πίσω σκάλες. Η προϊσταμένη φαινόταν τόσο εξαντλη- μένη, που η Μαργκερίτ παραλίγο να της προτείνει να κα- θίσει, αλλά δεν υπήρχε καρέκλα. ΗΜαργκερίτ πρότεινε να στείλουν τα μωρά που δεν είχαν κούνια στο Μεζόν Σαν Λουί, για να κοιμηθούν με τα μεγαλύτερα ορφανά, αλλά, καθώς μιλούσε, τη διέκοψε ένας θόρυβος. Ακουγόταν σαν γατάκι ή κουτάβι, σαν κάτι που πονούσε. Ήταν ένα μωρό, όχι μεγαλύτερο από έξι μηνών, που βρισκόταν στην κορυφή της σκάλας. Η προϊσταμένη δεν κουνήθηκε, και έτσι η Μαργκερίτ έσκυψε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της. Το κεφάλι του φαινόταν τεράστιο. Το σώμα του ήταν τόσο αδύνατο, που ηΜαργκερίτ ένιωθε τα κόκαλα της ωμοπλάτης του να δια

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=