Τα κορίτσια του Λα Μπαλέν

T A K O Ρ Ι Τ Σ Ι Α Τ Ο Υ Λ Α Μ Π Α Λ Ε Ν 19 δρόμου». Η δεσποινίς Ελοτέν δίνει το κερί στη Μαργκερίτ και ένας φύλακας τη βοηθά να ανοίξει τη βαριά πόρτα. Εκείνη κλείνει με το χέρι τη μύτη της. Είναι η εβδομάδα του μήνα που οι κοιτώνες μυρίζουν μέταλλο και νοτισμένο δέρμα. Κάθε χειμώνα, ο αγωγός που διασχίζει την ανατο- λική πλευρά του Σαλπετριέρ πλημμυρίζει από τα φουσκω- μένα, ορμητικά νερά του κοντινού Σηκουάνα που μουλιά- ζουν τη φυλακή αφήνοντας πίσω τους μια χαρακτηριστική μυρωδιά τόσο απτή, σαν ξεραμένη λάσπη ή περιττώματα πουλιών – μια διαπεραστική μυρωδιά που ηΜαργκερίτ ξέ- ρει πως θα διαποτίσει το φόρεμά της, θα τρυπώσει κάτω από το σκουφάκι της. Στο σκοτάδι αφουγκράζεται κίνηση μέσα από τα κελιά, ανθρώπινες μάζες να σέρνονται στα άχυρα, ένα σιγανό αναφιλητό, αλλά όχι τα ουρλιαχτά που περίμενε. Στο τέλος του διαδρόμου σταματάει. Στην αρχή δεν παρατηρεί τίποτα περίεργο. Το φως του κεριού της συναντά τοπρώτο κελί και διαχέεται στακάγκελα της πόρτας. Και τότε τον αντιλαμβάνεται: έναν θόρυβο επα- ναλαμβανόμενο, νευρικό και επίμονο. ΗΜαργκερίτ γνωρί- ζει καλά αυτόν τον ήχο – στο Λα Κρες, το βρεφοκομείο με τα ορφανά, έχει δει πολλές φορές μωρά να χτυπούν το κεφάλι στις καλαθούνες τους, να λικνίζονται για να κοιμηθούν με μικρά χτυπήματα που κανονικά θα έπρεπε να είναι μητρικά χάδια.ΗΛεΝεάντ είναι επίσης ξαπλωμένηκαι ακίνητη, έχει αποκοιμηθεί. Οι αστράγαλοί της φαίνονται λεπτότεροι στο σημείο που τυλίγονται από αλυσίδες – το γυμνό της σώμα καλύπτεται από ανασηκωμένες τρίχες και από τα κουρέλια μιας φθαρμένης κουβέρτας. Ο θόρυβος συνεχίζεται.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=