ΤΑ ΕΦΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ 17 Τα κιάλια εστιάζουν στον όλο και φωτεινότερο πρωινό ουρανό πάνω από τη Βέστερμπρου. Τίποτε ακόμη. Αλλά ξάφνου το στερέωμα αποκτά μαύρα σημεία, σημεία που το ένα μετά το άλλο εμφανίζονται από το πουθενά. Λίγο πιο ψηλά από τη γέφυρα ο Φρισέλ καταφέρνει ν’ αναγνωρίσει αυτές τις κουκκίδες ως κελαηδότσιχλες, κι εκεί που τις παρακολουθεί να προσπερνούν το Λονγκχόλμεν, αναγκάζεται να εστιάσει τα κιάλια στο πλήθος των ανθρώπων στο ύψωμα πάνω από τη νότια παραλία της λίμνης Μέλαρεν, τη Σέντερ Μέλαρστραντ. Ένα πλήθος που έχει αυξηθεί. Οι άνθρωποι εκεί κάτι κοιτάζουν. Και τώρα βλέπει ότι όλα αυτά γίνονται στα βραχώδη και γυμνά υψώματα πάνω από τον Όρμο του Γδάρτη, αυτά που αποκαλούν Σκιναρβικσμπέργετ. Το τι είναι αυτό που τραβά την προσοχή των ανθρώπων δεν μπορεί να το διακρίνει εύκολα, αλλά είναι τόσο λευκό που σχεδόν λάμπει από μόνο του. Ο Φρισέλ μεγεθύνει το αντικείμενο γύρω από το οποίο έχουν συγκεντρωθεί. Ρυθμίζει την εστίαση στα κιάλια ακριβείας και το αντικείμενο φαίνεται να προβάλλει σταδιακά μέσα από τη θολούρα. Και αργά αλλά σταθερά εμφανίζεται ένα γλυπτό που δεν υπήρχε εκεί πριν. Είναι λευκό και περίτεχνο και μοιάζει ν’ απεικονίζει έναν πανάρχαιο Έλληνα θεό καθισμένο σ’ έναν επιβλητικό θρόνο. Δεν είναι εύκολο να ξεκαθαρίσει αν η θεότητα αυτή ευλογεί ή καταδικάζει την απρόθυμα αφυπνισμένη πόλη.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=