ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ 26 πτείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εξίσου ανησυχητική ήταν η ραγδαία αύξηση του ελλείμματος των εξωτερικών συναλλαγών. Όλα αυτά πιστοποιούσαν και προειδοποιούσαν ότι «η χώρα κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγε» ή, καλύτερα, απ’ όσα μπορούσε να πληρώσει. Η ρήση είχε καθιερωθεί στον δημόσιο λόγο ήδη από τη δεκαετία του ’80, οπότε το μοντέλο ανάπτυξης άρχισε να ασθμαίνει και να μπλοκάρεται ανά τακτά πια διαστήματα. Τότε άρχισε η αυξανόμενη χρέωση της χώρας, που γινόταν βαθμιαία αυτοτροφοδοτούμενη. Από τότε άρχισε, εξάλλου, μια διελκυστίνδα εναλλασσόμενων περιόδων περιοριστικής πολιτικής για να σταθεροποιηθεί η οικονομία, από τη μια, και ψηφοθηρικής παροχολογίας, από την άλλη. Κοντολογίς, η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν είχε βρει μια υγιή και δυναμική σχέση δημοκρατίας και ανάπτυξης. Το «μοντέλο» είχε ήδη αποδειχτεί ασταθές, καθώς εγγενώς έρεπε σε δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς, ενώ την ίδια ώρα η χρηματοδότησή του εξαρτιόταν καθοριστικά από την κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος. Μέχρι την υιοθέτηση του ευρώ, η υποτίμηση και κυρίως η συστηματική διολίσθηση της δραχμής χρησιμοποιούνταν ως μέσο προσωρινής ενίσχυσης της εθνικής ανταγωνιστικότητας. Ήταν, άλλωστε, ένα εργαλείο χαμηλού «πολιτικού κόστους», επειδή οι κοινωνικές συνέπειές του ήταν αρκετά αδιαφανείς και αργόσυρτες. Η ανάμνηση αυτής της δυνατότητας θα αποτελέσει επιχείρημα διάφορων αντιπάλων του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης την περίοδο της χρεοκοπίας. Ξεχνώντας όμως ότι η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος είχε πάντα πρόσκαιρα αποτελέσματα, που περισσότερο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=