Σημειώσεις ενός πορνόγερου

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ 22 ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΠΩ ΓΙΑ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ. ΟΧΙ, ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΣΗΜΕΡΑ. Ω, ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΛΥ, ΑΦΗΣΤΕΜΕ ΟΜΩΣ ΝΑΜΠΩ ΚΑΙ Ν’ ΑΛΛΑΞΩ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ. ΚΑΙ ΘΑ ΦΥΓΩ ΑΜΕΣΩΣ. ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΑΡΡΩΣΤΟΣ, ΠΟΛΥ ΑΡΡΩΣΤΟΣ, ΣΑΣ ΛΕΩ. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΤΕ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑ­ ΣΤΑΣΗ. Ο διάλογος συνεχίστηκε. Η γυναίκα ήθελε να αλλάξει τα σεντόνια. Εγώ της έλεγα όχι. Εκείνη έλεγε πως ήθελε να αλλάξει τα σεντόνια ξανά και ξανά. Η σπιτονοικοκυρά. Με την κορμάρα της. Τι κορμί ήταν εκείνο. Τα πάντα πάνω της ούρλιαζαν ΚΟΡΜΙ ΚΟΡΜΙ ΚΟΡΜΙ. Ζούσα εκεί μόλις δύο εβδομάδες. Στο ισόγειο υπήρχε ένα μπαρ. Έρχο­ νταν κάποιοι να με δουν, δεν ήμουν στο δωμάτιο, τους έλε­ γε εκείνη «είναι κάτω στο μπαρ, πάντα εκεί είναι, στο μπαρ» κι εκείνοι έρχονταν και μου έλεγαν: «Ο Χριστός και η Πανα­ γία, τι κόμματος είναι η σπιτονοικοκυρά σου, ρε συ;». Εκείνη όμως ήταν λευκή και εύσωμη και της άρεσαν οι Φιλιππινέζοι, εκείνοι οι Φιλιππινέζοι, δικέ μου, της έκαναν κόλπα, κόλπα που κανένας από τους λευκούς δεν είχε πο­ τέ ονειρευτεί, ούτε καν εγώ∙ κι εκείνοι οι Φιλιππινέζοι δεν είναι πια εδώ, με τα λοξά χαμηλωμένα τους πλατύγυρα καπέλα στο στιλ του Τζορτζ Ραφτ και με βάτες στους ώμους∙ ήταν οι πιο μοδάτοι απ’ όλους, οι μαχαιροβγάλτες, με τα ψηλοτάκουνα δερμάτινα παπούτσια, με τα γλοιώδη κατα­ χθόνια πρόσωπα – πού να βρίσκονται τώρα; Τέλος πάντων, δεν υπήρχε τίποτα να πιω κι έμεινα εκεί καθισμένος για ώρες, παλαβωμένος, νευρικός, τα δόντια

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=