Σημειώσεις ενός πορνόγερου
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΟΡΝΟΓΕΡΟΥ 21 αίμα, τίποτα δεν ήταν στη θέση του, όλα είχαν καταστραφεί κι ήταν για πέταμα. Ήπια λίγο νερό κι ύστερα πήγα μέχρι τη συρταριέρα. Ήταν όλα εκεί, δεκαδόλαρα, εικοσαδόλαρα, πεντοδόλαρα, τα χρήματα που έριχνα στο συρτάρι κάθε φορά που σηκωνόμουν για να πάω να κατουρήσω όσο παί ζαμε χαρτιά, και θυμήθηκα ότι ο καβγάς είχε ξεκινήσει για τα ΧΡΗΜΑΤΑ. Μάζεψα όλα τα χαρτονομίσματα, τα έβαλα στο πορτοφόλι μου, άνοιξα τη χάρτινη βαλίτσα πάνω στο γειρτό κρεβάτι και άρχισα να βάζω μέσα τα λιγοστά μου κουρέλια: φτηνά πουκάμισα, παλιά παπούτσια με τρύπιες σόλες, σκληρές και βρόμικες κάλτσες, σακουλιασμένα πα ντελόνια με μπατζάκια έτοιμα να ξηλωθούν, ένα διήγημα που μιλούσε για κάποιον που είχε κολλήσει μουνόψειρες στην Όπερα του Σαν Φρανσίσκο κι ένα ταλαίπωρο λεξικό αγορασμένο σ’ ένα από τα ψιλικατζίδικα της αλυσίδας κα ταστημάτων Θρίφτι – «παλιγγενεσία: η ανακεφαλαίωση προγονικών σταδίων στην εξέλιξη της ζωής». Το ρολόι λειτουργούσε, το παλιό ξυπνητήρι, δόξα τω Θεώ, πόσες φορές είχα κοιτάξει την ώρα στις εφτάμισι το πρωί όταν ξυπνούσα ύστερα από μεθύσια κι έλεγα, μήπως να πάει να γαμηθεί η δουλειά; ΝΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙ Η ΔΟΥΛΕΙΑ! Τέλος πάντων, τώρα έδειχνε τέσσερις το από γευμα. Την ώρα που πήγα να το ακουμπήσω πάνω στα πράγματά μου μέσα στη βαλίτσα –εννοείται, γιατί όχι;– ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. ΝΑΙ; ΚΥΡΙΕ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ; ΝΑΙ; ΝΑΙ;
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=