Ο χιονάνθρωπος
Ο Χ Ι Ο Ν Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ 15 «Πού;» «Στο παράθυρο». Το παράθυρο ήταν στο κεφαλάρι του κρεβατιού, πάνω από το κεφάλι της. Ανασηκώθηκε στρίβοντας το σώμα της και τον ένιωσε να γλιστράει από μέσα της, πεσμένος ήδη. Το παράθυρο ήταν ψηλά, δεν έφτανε να κοιτάξει έξω έτσι όπως ήταν μισοξα- πλωμένη. Ήταν επίσης πολύ ψηλά για να μπορεί κάποιος που στεκόταν απέξω να κοιτάξει μέσα. Επειδή το φως της μέρας είχε αρχίσει ήδη να λιγοστεύει, το μόνο που έβλεπε ήταν η διπλή αντανάκλαση του γλόμπου από το ταβάνι πάνω στο τζάμι. «Τον εαυτό σου θα είδες» είπε σχεδόν ικετευτικά. «Έτσι νόμισα κι εγώ στην αρχή» της απάντησε με το βλέμμα του καρφωμένο πάντα στο παράθυρο. Η Σάρα σηκώθηκε στα γόνατα κι ύστερα στάθηκε στο παρά- θυρο και κοίταξε στον κήπο. Ναι, υπήρχε πράγματι ένα πρόσω- πο εκεί. Γέλασε δυνατά, με ανακούφιση. Το πρόσωπο ήταν κάτα- σπρο, με μάτια και στόμα φτιαγμένα από μαύρα χαλίκια, μάλ- λον από το δρομάκι του κήπου. Και χέρια φτιαγμένα από γυμνά κλαδιά μηλιάς. «Ουφ!» ανάσανε ελεύθερα. «Είναι μόνο ένας χιονάνθρω- πος». Ύστερα το γέλιο της έγινε κλάμα. Έκλαψε απαρηγόρητα μέ- χρι που ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν. «Πρέπει να φύγω» είπε ανάμεσα στα αναφιλητά. «Μείνε λίγο ακόμα». Η Σάρα έμεινε λίγο ακόμα. Πλησιάζοντας στο γκαράζ είδε ότι είχαν περάσει σχεδόν σα- ράντα λεπτά. Της είχε υποσχεθεί ότι θα της τηλεφωνούσε πού και πού. Πάντα ήταν καλός στα ψέματα και η Σάρα πρώτη φορά χαιρό- ταν γι’ αυτό. Πριν ακόμη φτάσει στο αυτοκίνητο είδε το χλωμό πρόσωπο του γιου της να την κοιτάζει ακίνητο από το πίσω
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=