Ο χιονάνθρωπος

J O N E S B O 14 Την κάρφωνε, όλο και πιο άγρια κάθε φορά, αλλά εκείνη ήταν μουδιασμένη. Είχε τελειώσει, η μαγεία είχε χαθεί, η ένταση είχε εκτονωθεί και ό,τι απέμενε ήταν μόνο απελπισία. Τον έχανε. Ήταν εκεί, στο κρεβάτι του, κι όμως τον είχε κιόλας χάσει. Ύστε- ρα από τόσα χρόνια λαχτάρας, ύστερα από τόσα δάκρυα που είχε χύσει, ύστερα από τόσα και τόσα που την είχε βάλει να κάνει. Χωρίς να της δώσει τίποτε σε αντάλλαγμα. Εκτός από εκείνο το ένα. Όρθιος στα πόδια του κρεβατιού την έπαιρνε με τα μάτια κλειστά. Η Σάρα κοίταξε το στήθος του. Της είχε φανεί πολύ παράξενο στην αρχή, αλλά σύντομα είχε αρχίσει να της αρέσει η εικόνα του αδιάσπαστου λευκού δέρματος πάνω στους θωρακι- κούς του. Της θύμιζε τα αρχαία αγάλματα, όπου οι γλύπτες παρέλειπαν τις θηλές για χάρη της ευπρέπειας. Τα βογκητά του ολοένα και δυνάμωναν. Ήξερε ότι σε λίγο θα άφηνε ένα άγριο μουγκρητό. Το λάτρευε εκείνο το μουγκρητό. Κι εκείνη την έκπληκτη, εκστατική, σχεδόν πονεμένη έκφρασή του κάθε φορά, σάμπως ο οργασμός να είχε ξεπεράσει πάλι τις πιο τρελές προσδοκίες του. Τώρα περίμενε να το ακούσει για τελευταία φορά, μια αποχαιρετιστήρια κραυγή σ’ εκείνη την παγερή μικρή κρεβατοκάμαρα, γυμνή πια από κάδρα, χαλιά, κουρτίνες. Έπειτα θα ξαναφορούσε τα ρούχα του και θα έφευγε για ένα άλλο μέρος της χώρας, όπου έλεγε ότι του είχαν προτεί- νει μια δουλειά και δεν μπορούσε να πει όχι. Μπορούσε όμως να λέει όχι σ’ αυτό. Σ’ αυτό! Και πάλι να μουγκρίζει από ηδονή. Έκλεισε τα μάτια της. Παρ’ όλα αυτά, η κραυγή του οργα- σμού του δεν ήρθε. Τον ένιωσε να σταματάει. Η Σάρα άνοιξε τα μάτια της. «Τι είναι;» τον ρώτησε. Τα χαρακτηριστικά του ήταν παραμορφωμένα, αλλά όχι από ηδονή. «Ένα πρόσωπο» της ψιθύρισε. Η Σάρα τρόμαξε.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=