Ο τελευταίος φόνος στην άκρη του κόσμου

Ο Τ Ε Λ Ε Υ Τ Α Ι Ο Σ Φ Ο Ν Ο Σ Σ Τ Η Ν Α Κ Ρ Η Τ Ο Υ Κ Ο Σ Μ Ο Υ 23 λιθους, κάθε σπιθαμή τους βαμμένη στα χρώματα της ζούγκλας, με λουλούδια και πουλιά και ζώα να ξεπετιούνται μέσα από τη χαμηλή βλάστηση. Είναι ένα παραμυθένιο μέρος, ο παράδεισος εκείνων που έχουν μεγαλώσει περικυκλωμένοι από χέρσα εδά­ φη και άγονους βράχους. Η πρόσβαση στους κοιτώνες στα ενδότερα του κτιρίου γίνε­ ται από τις ετοιμόρροπες σκάλες και τα σκουριασμένα μπαλ­ κόνια, από τα οποία κανένα δεν διαθέτει πόρτες ή παράθυρα στα κουφώματα. Μερικοί κάτοικοι του χωριού κρεμούν την μπουγάδα τους στα κάγκελα ή κάθονται στα σκαλοπάτια προ­ σπαθώντας να πετύχουν έστω και το πιο ανεπαίσθητο ρεύμα αέρα που θα τολμήσει να σκαρφαλώσει πάνω από το τείχος. Κάποιοι φίλοι τη φωνάζουν περιχαρείς, αλλά η Μαγδαληνή παραείναι αγχωμένη για να ανταποκριθεί στο κάλεσμά τους. «Πού είναι η Έμορι;» ρωτάει, το βλέμμα της περιφέρεται νευρικά στα πρόσωπα μπροστά της. «Κοντά στην κουζίνα, με τον παππού της». Κατευθύνεται προς τον χώρο ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του στρατώνα αναζητώντας την καλύτερή της φίλη. Αυτό το προαύλιο χρησίμευε παλιά ως χώρος εξάσκησης, αλλά εδώ και τρεις γενιές χωρικών σιγά σιγά έχει μετατραπεί σε πάρκο. Λουλούδια έχουν φυτευτεί σε παρτέρια που διατρέχουν όλο το μήκος του τείχους, και το παλιό πιάτο του ραντάρ έχει επι­ σκευαστεί και μετατραπεί σε μπανιέρα πουλιών. Τέσσερα σκου­ ριασμένα τζιπ χρησιμοποιούνται ως ζαρντινιέρες για διάφορα είδη βοτάνων, ενώ μέσα σε παλιούς κάλυκες οβίδων φυτρώνουν λεμονιές και πορτοκαλιές. Πιο κει είναι στημένη μια σκεπαστή σκηνή για μουσικές παραστάσεις και μια υπαίθρια κουζίνα με έξι μακριά τραπέζια για τα συσσίτια της κοινότητας. Κάθε βράδυ όλοι οι κάτοικοι του οικισμού δειπνούν εκεί από κοινού. Εκατόν είκοσι δύο είναι οι χωρικοί, και οι περισσότεροι

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=