Ο τελευταίος φόνος στην άκρη του κόσμου

S T U A R T T U R T O N 24 βρίσκονται σε αυτό το αίθριο. Εδώ οργανώνουν παιχνίδια, παί­ ζουν μουσική και γράφουν ποιήματα. Στη σκηνή προβάρουν τις παραστάσεις τους. Και στην κουζίνα μαγειρεύουν και δοκιμά­ ζουν νέες συνταγές. Γέλια επικρατούν στην ατμόσφαιρα. Για ελάχιστα μόνο, το χαρμόσυνο αυτό κλίμα απαλύνει τις έγνοιες της Μαγδαληνής καθώς αυτή σαρώνει τον χώρο ψάχνο­ ντας να εντοπίσει την Έμορι, πράγμα που δεν δυσκολεύεται να καταφέρει. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους είναι κοντόχο­ ντροι με φαρδιούς ώμους, αλλά η Έμορι είναι πιο λεπτή και κοντή από τους περισσότερους, με οβάλ μάτια και ένα πελώριο κεφάλι με σγουρά καφέ μαλλιά. Κάποτε παρομοίασε τον εαυ­ τό της με ένα παράξενο είδος ραδικιού. «Μείνε ακίνητη» τη διατάζει ο Μάτις, κοιτώντας την καλά καλά πίσω από το άγαλμα που της λαξεύει. «Έχω σχεδόν τε­ λειώσει». Ο Μάτις είναι σχεδόν εξήντα, γεγονός που τον καθιστά τον γηραιότερο κάτοικο του χωριού. Έχει γερά μπράτσα, παχύ γκρίζο μουστάκι και πυκνά φρύδια. «Θέλω να ξυθώ» παραπονιέται η Έμορι, προσπαθώντας μάταια να φτάσει με το χέρι ένα σημείο ψηλά στην πλάτη της. «Σου έδωσα άδεια για διάλειμμα πριν μια ώρα». «Για ένα τέταρτο!» ξεφυσάει εκείνη. «Στέκομαι όρθια στο ίδιο σημείο μ’ αυτό το ηλίθιο μήλο εδώ και έξι ώρες». «Η τέχνη έχει πάντα και το τίμημά της» απαντάει εκείνος μεγαλοπρεπώς. Η Έμορι του βγάζει τη γλώσσα και έπειτα ξαναπιάνει την πόζα της, σηκώνοντας το γυαλιστερό μήλο ψηλά. Ο Μάτις επιστρέφει στο έργο του μουρμουρίζοντας και γλύ­ φει μια λεπτή φέτα από το πιγούνι του γλυπτού. Στέκεται τόσο κοντά του, που η μύτη του σχεδόν ακουμπάει την πέτρα. Η

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=