Ο τελευταίος φόνος στην άκρη του κόσμου

S T U A R T T U R T O N 22 Θυμάται που είχε πάει και αυτή μέχρι εκεί όταν ήταν μικρή και άκουγε το ίδιο μάθημα από την ίδια δασκάλα. Έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή, και όταν έριξαν την άγκυρα, σχεδόν έπεσε στη θάλασσα για να γυρίσει πίσω κολυμπώντας. «Τα παιδιά είναι ασφαλή με τη Νιέμα» της λέω καθησυχα­ στικά. Η Μαγδαληνή αναριγά. Πίστευε ότι με το να ζωγράφιζε τούτη τη στιγμή θα ελάφραινε τον καημό της, αλλά δεν αντέχει να κοιτάζει άλλο. Μόλις πριν από τρία χρόνια τής έδωσαν τον γιο της και ακόμα κάνει το λάθος να τον περνάει για εύθραυστο. «Τι ώρα είναι, Άμπι;» «5:43 μετά το μεσημέρι». Το σημειώνει στη γωνία, πλάι στην ημερομηνία, καρφώνοντας μια πινέζα στην ιστορία, η οποία σκιρτά και θροΐζει πάνω στο χαρτί. Αφού φυσάει την καρβουνόσκονη από το μπλοκ της, γυρνάει και κινάει για το χωριό. Παλιά αποτελούσε ναυτική βάση και από αυτό το σημείο μοιάζει πολύ πιο αφιλόξενο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Τα κτίρια μέσα στο χωριό προστατεύο­ νται από ένα ψηλό τείχος, το οποίο είναι καλυμμένο από αρχαία γκράφιτι, ενώ αγριάδες ξεφυτρώνουν από τις μεγάλες ρωγμές πάνω του. Θολωτές σκεπές κρυφοκοιτάζουν πάνω από την κορυφή του τείχους, τα λούκια τους κρέμονται λασκαρισμένα, τα φωτοβολταϊκά πάνελ έχουν μετατραπεί κάτω από το λαμπε­ ρό φως του ήλιου σε καθρέφτες που ακτινοβολούν. Η Μαγδαληνή ακολουθεί ένα πλακόστρωτο δρομάκι και διασχίζει μια σκουριασμένη σιδερένια πύλη, με τις σκοπιές της φρουράς τόσο ξεχειλισμένες από βλάστηση, που μοιάζουν με φράχτη από θάμνους. Ο στρατώνας ξεπροβάλλει μπροστά της. Είναι χτισμένος σε σχήμα Ν και έχει τέσσερις ορόφους από φθαρμένους τσιμεντό

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=