Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΕΟΠΑΡΔΑΛΗΣ 17 κείο μου κλάμα. Έχωσα το χέρι μου μέσα στο σώβρακό μου, έπιασα το πουλί μου να σιγουρευτώ ότι είναι στη θέση του και έκλαψα πάρα πολλή ώρα με το πουλί μου στο χέρι. Σαν να μην είχανε μεσολαβήσει είκοσι ολόκληρα χρόνια από τότε που είχα να δω το χωριό μου, μου φάνηκε ξαφνικά ότι είχα χάσει πάρα πολύ χρόνο. Θυμήθηκα ότι το κρεβάτι της γιαγιάς μου ήτανε σύννεφο κι ότι οι πίτες της γιαγιάς μου ήτανε πανσέληνοι,θυμήθηκα ότι ήμουνα εγώ αυτή που βούταγα το δάχτυλό μου μέσα στην ωμή ζύμη του κέικ της γιαγιάς μου,εγώ ήμουνα εκεί, σ’ εμένα άνηκε το σπίτι αυτό που το είχα οργώσει πάνω κάτω τραγουδώντας και χοροπηδώντας, και έτσι όρθιος όπως στεκόμουν με την οδοντόβουρτσα στο ένα χέρι και το πουλί μου στο άλλο, έκανα κάποια επιτόπια πηδηματάκια, σαν να χόρεψα κλακέτες αλά Φρεντ Αστέρ. Σαν να στριφογύρισα κάμποσες φορές γύρω από τον εαυτό μου χορεύοντας και σαν χορεύοντας κλακέτες ξέθαψα μέσα από το τσίγκινο κουτί που έγραφε ΛΟΥΜΙΔΗΣ το διαβατήριό μου, σαν χορεύοντας εκείνο το βράδυ ξαγρύπνισα πακετάροντας τα απαραίτητα και πετώντας σε τεράστιες σακούλες σκουπιδιών τα μη απαραίτητα, που ήταν και τα περισσότερα.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=