Ο πόλεμος της φωτιάς
19 του Λεόπαρδου να βοηθούσε · διαφορετικά, δε θα ζούσε. Στράφηκε προς τον νεαρό άντρα και του είπε: «Ο Φαούμ μια γλώσσα ξέρει μόνο. Αν φέρεις πίσω τη Φωτιά, θα πάρεις την Γκάμλα δίχως τίμη- μα. Θα ’σαι γιος του Φαούμ». Μιλούσε αργά, σκληρά και περιφρονητικά, με το χέρι υψωμένο. Ύστερα έγνεψε στην Γκάμλα. Εκείνη προχώρησε τρέμοντας, σήκωσε τα μάτια της, μάτια που αναστατώναν, μάτια γεμάτα απ ’ το υγρό φως των ποταμών. Ήξερε πως ο Ναόχ την παραμόνευε ανάμεσα στα δέντρα και μες στο μι- σοσκόταδο · όταν εμφανιζόταν άξαφνα μπροστά της, έτοιμος θαρρείς να χυμήξει πάνω της, τον φο- βόταν · υπήρχαν φορές βέβαια που η εικόνα του δεν της ήταν καθόλου αποκρουστική · η Γκάμλα ευχόταν από μέσα της να τον σκοτώσουν οι Αν- θρωποφάγοι και συνάμα να γυρίσει πίσω νικητής με τη Φωτιά. Το τραχύ χέρι του Φαούμ έπεσε βίαια πάνω στον ώμο της κοπέλας. Φώναξε με κείνη τη δική του άγρια περηφάνια: «Ποια είναι πιο καλοκαμωμένη απ ’ τις κόρες των ανθρώπων; Μπορεί να κουβαλήσει μια ελαφί- να στους ώμους της, να περπατήσει ακούραστα
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=