Ο πόλεμος της φωτιάς

17 Ο Φαούμ ύψωσε τα χέρια προς τον ήλιο, βγάζο- ντας ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό. «Τι θα κάνουν οι Ουλάμρ χωρίς τη Φωτιά;» φώ- ναξε. «Πώς θα ζήσουν στη σαβάνα και στο δάσος; Ποιος θα τους προστατέψει απ ’ τα σκοτάδια και τους αγέρηδες του χειμώνα; Θα τρώνε κρέας ωμό και πικρόχορτα · δε θα ξαναζεστάνουν πια τα κορ- μιά τους · το δόρυ τους θα λυγίζει . Το λιοντάρι, το αγρίμι-με-τα-κοφτερά- δόντια, η αρκούδα, η τίγρη, η μεγάλη ύαινα, θα τους κατασπαράζουν ζωντανούς τις νύχτες. Ποιος θα φέρει πίσω τη Φωτιά; Αυτός θα ’ ναι αδερφός του Φαούμ · θα ’ χει τρία μερτικά στο κυνήγι, τέσσερα στη λεία · θα λάβει για τρόπαιο την Γκάμλα, τη θυγατέρα της αδερφής μου, κι όταν πεθάνω, θα πάρει το ραβδί του αρχηγού». Τότε ο Ναόχ, ο γιος του Λεόπαρδου, σηκώθηκε και είπε: «Δώστε μου δυο πολεμιστές γοργοπόδαρους και θα πάω εγώ να πάρω τη Φωτιά απ ’ τους γιους του Μαμούθ ή απ ’ τους Ανθρωποφάγους που κυνηγά- νε στις όχθες του Διπόταμου». Ο Φαούμ τον στραβοκοίταξε. Ο Ναόχ ήταν ο πιο ψηλός απ ’ όλους τους Ουλάμρ. Οι ώμοι του ολοένα και φάρδαιναν. Δεν υπήρχε πολεμιστής με τέτοια ευκινησία, ταχύτητα και αντοχή. Έριχνε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=