Ο πόλεμος της φωτιάς
15 δινε μια μυρωδιά γλυκιά απ’ τις ιτιές και τις κλήθρες. Εδώ κι εκεί θριάμβευαν τα φύκια, λαμπύριζε το λι- μνόκρινο ή το κίτρινο νούφαρο, ξεπετάγονταν οι νερόκρινοι, οι ελώδεις γαλατσίδες, οι λυσιμαχίες, οι σαγιτταρίες, απλώνονταν όρμοι με νεραγκούλες μαζί με φύλλα ακόνιτου, μαίανδροι από αδρότριχη σανδαράχη, εριοφόρα, ροδαλά επιλόβια, πικροκαρ- δαμίνες, δροσερές οι μακρόφυλλες, ζούγκλες από καλαμιές και ιτεώνες όπου ζούσαν μυριάδες νερό- κοτες, μαυρόψαρα, αγριόπαπιες, βροχοπούλια, σκοινοπούλια με πρασινωπές στο χρώμα του νεφρί- τη ανταύγειες, αγριόγαλοι και μακροδάχτυλες που- λάδες. Ερωδιοί παραμόνευαν στην άκρη κοκκινω- πών ορμίσκων · γερανοί ξέδιναν χτυπώντας τα ράμ- φη τους πάνω σ ’ έναν κάβο · τα αγκαθωτά μπαρα- κούντα ορμούσαν στα γληνάρια, και οι τελευταίες λιβελούλες έφευγαν αφήνοντας πίσω τους βέλη πράσινης φωτιάς και ζιγκ ζαγκ από λαζουρίτη. ΟΦαούμ κοιτούσε τη φυλή του. Η καταστροφή έπεσε πάνω της σαν εσμός ερπετών: κίτρινη σαν την ιλύ, άλικη σαν το αίμα, πράσινη σαν τα φύκια, ανάδινε τη μυρωδιά του πυρετού και της σαπισμέ- νης σάρκας. Άντρες κουλουριασμένοι σαν πύθωνες, άλλοι ξαπλωμένοι σαν σαύρες κι άλλοι με τον ρόγ- χο του θανάτου. Οι πληγές είχαν μαυρίσει, απο-
Made with FlippingBook
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=