Ο πόλεμος της φωτιάς

14 τη στιγμή όπου παραλίγο να νικούσε. Οι Ουλάμρ ορμούσαν για τη σφαγή · ο Φαούμ ο ίδιος άνοιγε κεφάλια με το ρόπαλό του. Θα εξολόθρευαν τους άντρες, θ ’ άρπαζαν τις γυναίκες, θα σκότωναν τη Φωτιά του εχθρού, θα κυνηγούσαν σε καινούριες σαβάνες και σε πλούσια δάση. Μα τι έγινε; Πως βρέθηκαν οι Ουλάμρ μες στη δίνη της φρίκης; Για- τί τα δικά τους κόκαλα έσπαγαν, οι δικές τους κοι- λιές ξερνούσαν τ ’ άντερά τους, τα δικά τους στήθη ούρλιαζαν με αγωνία, ενώ ο εχθρός κατάκλυζε τον καταυλισμό τους, αναποδογύριζε τις Ιερές Φωτιές; Για όλα αυτά αναρωτιόταν η ψυχή του Φαούμ, κουρασμένη και βαριά. Τον έπιανε μανία σ ’ αυτή τη σκέψη και στριφογύριζε σαν την ύαινα γύρω απ ’ το ψοφίμι. Δε δεχόταν την ήττα, δεν ένιωθε πως είχε λιγότερη ενέργεια, λιγότερο θάρρος, λιγότερη αγριότητα. Το φως δυνάμωσε. Χύθηκε πάνω στο βαλτοτόπι, λογχίζοντας τις λάσπες και στεγνώνοντας τη σαβά- να. Φώτιζαν χαρούμενα τα δροσερά φυτά. Το νερό φαινόταν τώρα πιο ελαφρύ, λιγότερο ύπουλο κι επι- κίνδυνο. Έλαμπε ασημόχρωμο ανάμεσα σε σταχτο- πράσινα νησάκια · η επιφάνειά του αναριγούσε σπαρμένη λες με μαλαχίτη και μαργαριτάρι, και θειάφι χλωμό και μπαλώματα μαρκασίτη, και ανά-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=