Ο Μάριο και ο μάγος

10 φανταχτερά, χαμηλοκάρινα βαρκάκια λικνίζονται στο αστραφτερό γαλάζιο, γεμάτα από παιδιά, που τα ηχηρά μικρά τους ονόματα, βγαλμένα από τα στόματα των μανάδων τους που τα προσέχουν, γεμίζουν τον αέρα με βραχνές ανήσυχες φωνές· πλανόδιοι πωλητές περνούν ανάμεσα στα απλωμένα πόδια των λουόμενων διαλαλώντας την πραμάτεια τους ‒στρείδια, αναψυκτικά, λουλούδια, κοραλλένια κοσμήματα και cornetti al burro‒3 με εκείνες τις χαρακτηριστικές τραχιές, ξεχειλωμένες φωνές του Νότου. Κάπως έτσι έμοιαζε η παραλία του Τόρρε όταν φτάσαμε – αρκετά όμορφη, κι όμως μας έδωσε την αίσθηση πως είχαμε έρθει πολύ νωρίς. Ήταν μέσα Αυγούστου, η τουριστική περίοδος βρισκόταν στο απόγειό της· δεν είναι αυτή η κατάλληλη στιγμή για να εκτιμήσει ένας ξένος τις χάρες του τόπου. Τι συνωστισμός επικρατούσε τα απογεύματα στα υπαίθρια καφέ του παραλιακού δρόμου, όπως στο Esquisito, όπου καθόμασταν μερικές φορές και μας εξυπηρετούσε ο Μάριο, ο ίδιος Μάριο για τον οποίο θα μιλήσω αμέσως μετά! Δεν βρίσκει κανείς τραπέζι να καθίσει, και οι διάφορες ορχήστρες, παριστάνοντας ότι αγνοούν η μια την ύπαρξη της άλλης, μπλέκονται σε συγκεχυμένη πολυφωνία. Και καθημερινά κατέφταναν επι­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=