Ο κυνηγός

26 TANA FRENCH καλύπτει. Ο Καλ δεν μπορεί να σκεφτεί κάποιον καλό λόγο που εκείνος αποφάσισε να επιστρέψει εδώ, σε ένα μέρος στο οποίο δεν μπορεί να δηλώσει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Η Λένα απλώνει την μπουγάδα της στο σκοινί. Παίρνει μια ανεξήγητη ευχαρίστηση απ’ αυτή τη δουλειά. Την κάνει να νιώθει πιο έντονα τον αέρα γύρω της, ζεστό και γλυκό από το κομμένο σανό, το γενναιόδωρο φως του ήλιου που τη λούζει, και το γεγονός ότι στέκεται εκεί όπου έχουν σταθεί τόσες γενιές γυναικών, κάνοντας την ίδια δουλειά με φόντο το πράσινο των αγρών και το μακρινό περίγραμμα των βουνών. Όταν πέθανε ο σύζυγός της, πριν από πέντε χρόνια, έμαθε την τέχνη να απολαμβάνει κάθε ψήγμα ευτυχίας, όπου μπορούσε να το βρει. Ένα φρεσκοστρωμένο κρεβάτι, μια φρυγανισμένη φέτα ψωμί τέλεια αλειμμένη με βούτυρο αρκούσαν για να ελαφρύνουν το βάρος και να της επιτρέψουν να πάρει μια ανάσα. Ένα ελαφρύ αεράκι φουσκώνει τα σεντόνια στο σκοινί, και η Λένα τραγουδάει μόνη της αποσπάσματα τραγουδιών που άκουσε στο ραδιόφωνο. «Βρε, για δες» λέει μια φωνή πίσω της. «Η Λένα Ντουν. Υπέροχη και πιο εντυπωσιακή από ποτέ». Όταν η Λένα γυρνάει, αντικρίζει τον Τζόνι Ρέντι στην πίσω αυλόπορτα να την κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω. Ο Τζόνι είχε πάντα έναν τρόπο να σε παρατηρεί λες και θυμόταν, επιδοκιμάζοντας, πώς ήσουν στο κρεβάτι. Μιας και δεν έχει βρεθεί ποτέ στο κρεβάτι της Λένα, και ούτε πρόκειται, αυτή δεν έχει χρόνο για τέτοια. «Τζόνι» του λέει κοιτώντας τον με τη σειρά της από πάνω μέχρι κάτω. «Τα ’μαθα ήδη ότι επέστρεψες». Ο Τζόνι γελάει. «Θεέ μου, τα νέα εξακολουθούν να ταξι­

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=