25 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ το ξίδι και το στύβει δυνατά. «Κι αν έχει πρόβλημα που έρχομαι εδώ;» «Λες να τον ενοχλεί;» Η Τρέι το σκέφτεται. «Παλιά δεν έδινε δεκάρα πού πηγαίναμε». «Εντάξει τότε» λέει ο Καλ. «Μάλλον δεν θα δίνει δεκάρα ούτε και τώρα. Κι αν δίνει, θα το διαχειριστούμε τότε». Η Τρέι του ρίχνει μια γρήγορη ματιά. «Θα το διαχειριστούμε» λέει ο Καλ. Η Τρέι γνέφει καταφατικά, με μια αποφασιστική κίνηση καταπιάνεται με την καρέκλα. Το γεγονός ότι ο λόγος του μπορεί να την καθησυχάσει κάνει τον Καλ να θέλει να καθίσει και πάλι. Είτε την έχει καθησυχάσει είτε όχι, εξακολουθεί να μην είναι ιδιαίτερα ομιλητική, ακόμα και για τα δικά της δεδομένα. Ύστερα από λίγο, ο Ριπ και ο Μπάντζο διψάνε και μπαίνουν απ’ την μπροστινή πόρτα που είναι ανοιχτή, πίνουνε με θόρυβο νερό από τα μπολ τους και έρχονται χοροπηδώντας στο εργαστήριο αναζητώντας λίγη προσοχή. Η Τρέι κουκουβίζει για να παίξει μαζί τους, μέχρι που βάζει τα γέλια όταν ο Ριπ τη σπρώχνει κάτω απ’ το πιγούνι τόσο δυνατά που τη ρίχνει ανάσκελα. Έπειτα, τα σκυλιά ξαπλώνουν στη γωνιά τους για να ξεκουραστούν, η Τρέι πιάνει και πάλι το πανί της και επιστρέφει στη δουλειά. Ούτε ο Καλ έχει ιδιαίτερη διάθεση για κουβέντα. Δεν περίμενε με τίποτα να επιστρέψει ο πατέρας της Τρέι. Παρόλο που η γνώμη του για κείνον βασίζεται αποκλειστικά σε ιστορίες, ο Τζόνι Ρέντι πάντα του φαινόταν πως είναι ένα είδος ανθρώπου που του είναι γνώριμο: ο τύπος που εμφανίζεται σε ένα νέο μέρος χαλαρά, δηλώνει οτιδήποτε θεωρεί πως τον βολεύει να είναι και περιμένει να δει πόσα θα καταφέρει να τσεπώσει μ’ αυτή τη στολή, προτού αυτή ξεφτίσει και σταματήσει να τον
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=