24 TANA FRENCH περνάς χρόνο εδώ πέρα». Το αφήνει εκεί. Είναι αρκετά μεγάλη ώστε να καταλάβει, τουλάχιστον εν μέρει, τους άλλους λόγους για τους οποίους δεν είναι καλή ιδέα. «Θα τηλεφωνήσω στην κυρία Λένα, να δω αν μπορείς να μείνεις εκεί απόψε». Το παιδί κάνει να διαφωνήσει αλλά αλλάζει γνώμη και τελικά απλώς γυρίζει το βλέμμα της. Ο Καλ διαπιστώνει, έκπληκτος, ότι νιώθει ταραγμένος, λες και έπεσε μόλις από ψηλά και χρειάζεται να καθίσει για λίγο. Γέρνει, ακουμπάει στον πάγκο εργασίας και βγάζει το κινητό του. Το σκέφτεται καλύτερα κι αντί να τηλεφωνήσει στη Λένα, της στέλνει μήνυμα. Μπορεί να μείνει σ’ εσένα η Τρέι απόψε; Δεν ξέρω αν το έμαθες αλλά γύρισε ο πατέρας της. Δεν θέλει να μείνει μαζί του. Μένει ακίνητος, παρακολουθώντας το φως του ήλιου να μετακινείται στους λεπτούς ώμους της Τρέι καθώς εκείνη πιάνει κομμάτια ξύλου και τα πετάει στην άκρη, μέχρι που η Λένα απαντάει. Έλεος. Δεν έχει κι άδικο. Ναι, μπορεί να μείνει, κανένα πρόβλημα. Ευχαριστώ, της απαντάει ο Καλ. Θα σ’ τη στείλω μετά το βραδινό. «Λέει ότι είσαι ευπρόσδεκτη να μείνεις εκεί» λέει στην Τρέι, βάζοντας στην τσέπη το κινητό του. «Πρέπει όμως να πεις στη μαμά σου πού βρίσκεσαι. Ή να ζητήσεις από την κυρία Λένα να την ενημερώσει». Η Τρέι αποστρέφει το βλέμμα. «Ορίστε» λέει δείχνοντάς του ένα παλιό δρύινο δοκάρι. «Αυτό;» «Ναι» λέει ο Καλ. Επιστρέφει στην καρέκλα. «Καλό είναι αυτό». Η Τρέι σημειώνει την άκρη του δοκαριού με έναν μαύρο μαρκαδόρο και το αφήνει πίσω στη γωνιά με τα ξύλα. «Βγαίνει αυτό το πράγμα;» τον ρωτάει. «Ναι» λέει ο Καλ. «Μια χαρά βγαίνει. Πανεύκολο». Η Τρέι βρίσκει ένα καθαρό πανί, το βουτάει στο μείγμα με
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=