23 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ «Σήμερα το πρωί. Όσο είχα πάει για την καρέκλα». «Μάλιστα» λέει ο Καλ. «Ωραία. Και γύρισε για τα καλά; Ή μόνο για λίγο;» Η Τρέι ανασηκώνει υπερβολικά τους ώμους: δεν έχει ιδέα. Ο Καλ εύχεται να μπορούσε να δει το πρόσωπό της. «Και πώς νιώθεις γι’ αυτό;» ρωτάει. Η Τρέι λέει ξερά «Να πάει να γαμηθεί». «Εντάξει» λέει ο Καλ. «Έχεις δίκιο». Ίσως θα ’πρεπε να βγάλει ένα λογύδριο που θα κατέληγε «μα είναι ο μπαμπάς σου», αλλά ο Καλ έχει αποφασίσει να μη λέει ποτέ μαλακίες στην Τρέι, και τα συναισθήματα που τρέφει για τον Τζόνι Ρέντι τυχαίνει να συμπίπτουν με τα δικά της. «Μπορώ να μείνω εδώ απόψε;» λέει η Τρέι. Το μυαλό του Καλ σταματάει και πάλι. Επιστρέφει στο τρίψιμο της καρέκλας, κρατώντας σταθερό ρυθμό. Ύστερα από μια στιγμή λέει «Ανησυχείς για κάτι που μπορεί να κάνει ο μπαμπάς σου;» Η Τρέι ξεφυσάει. «Μπα». Φαίνεται να λέει αλήθεια. Ο Καλ χαλαρώνει κάπως. «Τότε, τι;» Η Τρέι λέει «Δεν μπορεί να επιστρέφει έτσι απλά». Έχει την πλάτη της στραμμένη στον Καλ, ψαχουλεύοντας τα ξύλα, όμως η ράχη της είναι σφιγμένη, καμπουριασμένη από θυμό. «Εντάξει» λέει ο Καλ. «Κι εγώ, μάλλον, κάπως έτσι θα ένιωθα». «Μπορώ να μείνω δηλαδή;» «Όχι» λέει ο Καλ. «Δεν είναι καλή ιδέα». «Γιατί όχι;» «Λοιπόν» λέει ο Καλ. «Ο μπαμπάς σου ίσως να μη χαρεί ιδιαίτερα αν εξαφανιστείς με το που γύρισε. Και εγώ σκέφτομαι πως θα ήταν καλό να μην ξεκινήσουμε στραβά, κάνοντάς τον να θυμώσει. Θα προτιμούσα να μην έχει πρόβλημα που
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=