17 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ Ακόμα και μ’ αυτή τη ζέστη, το σπίτι του είναι δροσερό. Είναι μια μικρή αγροικία της δεκαετίας του 1930 χωρίς κάτι αξιοσημείωτο, αλλά οι τοίχοι είναι χοντροί και συμπαγείς, χτισμένοι για να κάνουν τη δουλειά τους. Όταν το αγόρασε ο Καλ ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, αλλά το έχει επαναφέρει, παίρνοντας τον χρόνο του, αφού άλλωστε δεν έχει και πολλές άλλες υποχρεώσεις. Το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεται, κατά κύριο λόγο σαλόνι και εν μέρει κουζίνα, έχει φτάσει σε σημείο που δεν μοιάζει πια υπό κατασκευή αλλά έχει γίνει ένας ευχάριστος χώρος. Το έβαψε λευκό, εκτός από τον ανατολικό τοίχο που είναι βαμμένος με ένα απαλό χρυσοκίτρινο χρώμα –ιδέα της Τρέι– για να ταιριάζει με το φως του ηλιοβασιλέματος που τον χτυπάει. Στην πορεία απέκτησε έπιπλα, που προστέθηκαν σε όσα είχαν αφήσει οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες: έχει πλέον τρεις καρέκλες γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, ένα παλιό γραφείο στο οποίο η Τρέι κάνει τα μαθήματά της, μια πολυθρόνα, έναν ξεθωριασμένο μπλε καναπέ που δεν θα του έκανε κακό μια αλλαγή ταπετσαρίας, μέχρι και ένα επιδαπέδιο φωτιστικό. Έχει, επίσης, αποκτήσει έναν σκύλο. Στη γωνιά του δίπλα στο τζάκι, ο Ριπ ασχολείται με ένα κόκαλο από δέρμα. Ο Ριπ είναι μικρόσωμος, με κρεμαστά αυτιά και γερή σωματοδομή. Είναι ημίαιμο μπιγκλ –με το γλυκό μουσούδι των μπιγκλ και τα διάσπαρτα μαύρα, καφετιά και άσπρα μπαλώματα των μπιγκλ– αλλά ο Καλ δεν έχει καταφέρει να προσδιορίσει το άλλο μισό· υποψιάζεται πως πρόκειται για αδηφάγο. Από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει το ξέφρενο κελάηδισμα των πουλιών, τα οποία, σε αντίθεση με τα πρόβατα, απολαμβάνουν τη ζέστη και την αφθονία των εντόμων. Το αεράκι φυσάει απαλά και γλυκά σαν κρέμα. Ένας μπάμπουρας μπαίνει παραζαλισμένος και χτυπάει πάνω σε κάποιο απ’ τα ντουλάπια. Ο Καλ του δίνει λίγο χρόνο να το σκεφτεί, τελικά εκεί
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=