16 TANA FRENCH Ο Καλ σιδερώνει τα πουκάμισά του στο τραπέζι της κουζίνας και σκέφτεται να ξυρίσει το μούσι του. Όταν το άφησε να μακρύνει, όσο βρισκόταν ακόμη στο Σικάγο, η εικόνα που είχε για τον ιρλανδικό καιρό βασιζόταν σε τουριστικές ιστοσελίδες, οι οποίες ήταν γεμάτες καταπράσινα χωράφια και χαρούμενους ανθρώπους με πλεκτά πουλόβερ. Τα πρώτα δύο χρόνια που βρισκόταν εδώ, ο καιρός ανταποκρινόταν, λίγο πολύ, στις διαφημίσεις. Το φετινό καλοκαίρι όμως μοιάζει να έχει ξετρυπώσει από μια εντελώς διαφορετική ιστοσελίδα, ίσως από κάποια ισπανική. Η ζέστη είναι επίμονη και διαρκής, και ο Καλ, ο οποίος είναι συνηθισμένος σε μέρες με ελάχιστη ηλιοφάνεια, αρκετή συννεφιά και πολλά διαφορετικά είδη βροχής, τη βρίσκει κάπως ενοχλητική. Έρχεται σε αντίθεση με το τοπίο, η ομορφιά του οποίου βασίζεται στη λεπτότητα και τη μεταβλητότητα, και νευριάζει και τους αγρότες: τους έχει χαλάσει τον προγραμματισμό για το ενσίρωμα και το άχυρο, αναστατώνει τα πρόβατα και απειλεί τη βοσκή. Έχει γίνει το κύριο θέμα συζήτησης στην παμπ παραμερίζοντας τους επερχόμενους Εθνικούς Αγώνες Ποιμενικών Σκύλων, τη γυναίκα που έφερε ο μεγάλος γιος του Ίτσι Ο’Κόνορ από το Δουβλίνο για να παντρευτεί και τις υποψίες δωροδοκίας πίσω απ’ την κατασκευή του νέου κέντρου ψυχαγωγίας στην πόλη. Μία παρενέργεια, μικρότερης σημασίας, είναι πως το μούσι του Καλ έχει μετατραπεί σε παγίδα θερμότητας. Όποτε βγαίνει έξω, νιώθει πως το κάτω μισό του προσώπου του έχει ένα δικό του τροπικό μικροκλίμα. Του Καλ, ωστόσο, του αρέσει το μούσι του. Είχε συνδεθεί, με έναν παράξενο τρόπο, με την πρόωρη συνταξιοδότησή του: είχε βαρεθεί πλέον και να είναι μπάτσος και να μοιάζει με μπάτσο. Για τους ανθρώπους του Αρντνακέλτι, το μούσι του αποδείχτηκε άνευ σημασίας – είχαν βγάλει τα συμπεράσματά τους για εκείνον προτού καν ξεπακετάρει. Γι’ αυτόν, ωστόσο, είχε κάποια σημασία.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=