15 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ πέφτουν στο μέτωπό του λες και είναι έφηβος. Το τζιν, το λευκό μπλουζάκι και το μαύρο δερμάτινο τζάκετ του είναι τα πιο καινούργια πράγματα στο σπίτι. Το καθιστικό μοιάζει ακόμα πιο ακατάστατο γύρω του. Λέει στη μαμά της «Πάω αυτό στον Καλ», κάνει μεταβολή και πηγαίνει στην κουζίνα. Ακούει πίσω της τον Τζόνι να λέει γελώντας: «Στον Καλ, ε; Είναι κάποιος από τους γιους του Σενάν Μαγκουάιρ;». Ο Μπάντζο είναι ακόμη στο μπολ με το νερό του, πίνει κάνοντας θόρυβο με τη γλώσσα του, αλλά όταν μπαίνει η Τρέι, πετάγεται, κουνώντας όλο του το πίσω μέρος και κοιτάζοντας όλο ελπίδα το μπολ του φαγητού του. «Μπα» του λέει η Τρέι. Βάζει το πρόσωπό της κάτω από τη βρύση και το τρίβει, απομακρύνοντας τον ιδρώτα και τη σκόνη. Ξεπλένει το στόμα της και φτύνει δυνατά στον νεροχύτη. Μετά πίνει για πολλή ώρα νερό με τις χούφτες της. Γυρίζει απότομα όταν ακούει έναν θόρυβο πίσω της, αλλά είναι η Αλάνα, που κρατάει το λούτρινο κουνέλι της κάτω από τη μία μασχάλη και κουνάει την πόρτα πέρα δώθε με το άλλο χέρι. «Ο μπαμπάς ήρθε σπίτι» λέει, λες και πρόκειται για ερώτηση. Η Τρέι λέει «Ναι». «Λέει να επιστρέψουμε στο καθιστικό». «Εγώ φεύγω» λέει η Τρέι. Ψαχουλεύει στο ψυγείο, βρίσκει φέτες ζαμπόν και χώνει μερικές ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί. Τυλίγει το σάντουιτς σε χαρτί κουζίνας και το χώνει στην κωλότσεπη του τζιν της. Η Αλάνα, που εξακολουθεί να κουνάει την πόρτα πέρα δώθε, την παρακολουθεί καθώς βάζει την καρέκλα στην πλάτη της, χτυπάει τα δάχτυλά της στον Μπάντζο και βγαίνει στο φως του ήλιου. ***
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=