Ο κυνηγός

14 TANA FRENCH και ο μπαμπάς τους έχει να πατήσει τέσσερα χρόνια, φαίνεται πως είναι η μόνη στο δωμάτιο που δεν νιώθει άνετα. «Έλα Παναγία μου» λέει ο Τζόνι Ρέντι κοιτάζοντας την Τρέι με μάτια που γυαλίζουν. «Ποιος θα το ’λεγε. Η μικρή Τερέζα μεγάλωσε. Πόσο χρονών είσαι τώρα; Δεκάξι; Δεκαεφτά;» «Δεκαπέντε» λέει η Τρέι. Και ξέρει πως όλοι την περνάνε για μικρότερη. Ο Τζόνι κουνάει το κεφάλι του εντυπωσιασμένος. «Ούτε που θα καταλάβω για πότε θα χρειαστεί ν’ αρχίσω να διώχνω με κοντάρι τους νεαρούς από την πόρτα. Ή μήπως είναι ήδη αργά; Έχεις βρει κιόλας κάναν φιλαράκο; Ή δυο τρεις;» Η Μέιβ χασκογελάει και τον κοιτάζει κατάματα για να σιγουρευτεί πως είναι η σωστή αντίδραση. «Μπα» λέει ξερά η Τρέι, όταν γίνεται σαφές ότι περιμένει απάντηση. Ο Τζόνι ξεφυσάει ανακουφισμένος. «Άρα έχω χρόνο να βρω ένα καλό κοντάρι». Κάνει νεύμα δείχνοντας την καρέκλα, την οποία η Τρέι έχει ξεχάσει να αφήσει κάτω. «Τι είν’ αυτό; Μου ’φερες δώρο;» «Θα την επισκευάσω» λέει η Τρέι. «Βγάζει λεφτά απ’ αυτό» λέει η Σίλα. Η φωνή της είναι πιο καθαρή από το συνηθισμένο και υπάρχουν έντονες χρωματιστές κηλίδες στα ζυγωματικά της. Η Τρέι δεν μπορεί να καταλάβει αν είναι χαρούμενη ή θυμωμένη που εκείνος έχει επιστρέψει. «Έτσι αγοράσαμε τον καινούργιο φούρνο μικροκυμάτων». Ο Τζόνι γελάει. «Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά, ε; Όλη την ώρα ασχολείσαι με κάτι. Μπράβο, το κορίτσι μου». Κλείνει το μάτι στην Τρέι. Η Μέιβ στριφογυρίζει κάτω από τον ώμο του για να του υπενθυμίσει την παρουσία της. Η Τρέι τον θυμάται μεγαλόσωμο, αλλά είναι απλώς ένας άντρας μετρίου αναστήματος και μάλλον αδύνατος. Τα μαλλιά του, στο ίδιο μουντό καστανό χρώμα όπως και τα δικά της,

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=