13 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ φορά, για να δείξει ότι δεν ντρέπεται γι’ αυτό, και δεν τους έχει καλέσει ξανά. Η φυσική της τάση είναι να κρατάει τα πράγματα χωριστά. Βοηθάει το γεγονός ότι έτσι κι αλλιώς κανένας απ’ τους φίλους της δεν είναι από αυτή την περιοχή. Η Τρέι δεν κάνει παρέα με ανθρώπους από το Αρντνακέλτι. Μόλις μπαίνει από την πόρτα της κουζίνας, καταλαβαίνει πως κάτι είναι διαφορετικό. Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη και πυκνή, χωρίς την παραμικρή κίνηση ή θόρυβο. Πριν προλάβει καλά καλά να το αντιληφθεί και να μυρίσει τον καπνό του τσιγάρου, ακούει από το σαλόνι το γέλιο του πατέρα της. Ο Μπάντζο ετοιμάζεται να γαβγίσει. «Όχι» λέει η Τρέι με χαμηλή κοφτή φωνή. Εκείνος τινάζει από πάνω του τα ρείκια και το χώμα, με τα αυτιά του να χτυπούν δυνατά, και ορμάει στο μπολ με το νερό του. Η Τρέι μένει ακίνητη για ένα λεπτό, κάτω από τη φαρδιά δέσμη φωτός που πέφτει από την ανοιχτή πόρτα στον φθαρμένο λινοτάπητα. Έπειτα προχωράει στον διάδρομο αθόρυβα, και σταματάει έξω από το καθιστικό. Η φωνή του πατέρα της ακούγεται καθαρή και χαρούμενη, καθώς κάνει ερωτήσεις που πότε απαντά η Μέιβ με ενθουσιώδη φλυαρία και πότε ο Λίαμ μουρμουρίζοντας. Η Τρέι σκέφτεται να φύγει, αλλά θέλει να τον δει, να βεβαιωθεί. Σπρώχνει την πόρτα. Ο μπαμπάς της κάθεται στο κέντρο του καναπέ, είναι γερμένος πίσω και χαμογελαστός, με τα χέρια του απλωμένα γύρω από την Αλάνα και τη Μέιβ. Χαμογελούν κι εκείνες, αλλά αβέβαια, σαν να τους έχουν μόλις δώσει ένα σπουδαίο χριστουγεννιάτικο δώρο που ίσως να μην το θέλουν. Ο Λίαμ είναι στριμωγμένος στη μια γωνία του καναπέ και κοιτάζει τον μπαμπά τους με το στόμα ανοιχτό. Η μαμά τους κάθεται στην άκρη μιας πολυθρόνας, με την πλάτη ίσια και τα χέρια ακουμπισμένα στους μηρούς. Παρόλο που η Σίλα ήταν εξαρχής εδώ,
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=