11 Ο ΚΥΝΗΓΟΣ κετά ήσυχο, όμως την πνίγει η πολυκοσμία του. Τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια της έχουν φύγει, αλλά ο Λίαμ και η Αλάνα, έξι και πέντε χρονών αντίστοιχα, φωνάζουν διαρκώς για κάτι, και η Μέιβ είναι έντεκα και κατά βάση γκρινιάζει και κοπανάει την πόρτα του δωματίου που μοιράζεται με την Τρέι. Ακόμα κι αν τύχει να περάσουν λίγα λεπτά χωρίς να κάνουν φασαρία, το βουητό τους είναι διαρκώς εκεί. Η μαμά τους είναι σιωπηλή, αλλά η σιωπή της δεν έχει ηρεμία. Καταλαμβάνει χώρο, σαν κάτι βαρύ, από σκουριασμένο σίδερο, χτισμένο γύρω της. Η Λένα Ντουν, η οποία ζει λίγο κάτω απ’ τα βουνά, και η οποία έδωσε στην Τρέι τον σκύλο, λέει ότι η μαμά της παλιά ήταν ομιλητική και επίσης γελούσε συχνά. Δεν είναι πως η Τρέι δεν την πιστεύει, αλλά δεν μπορεί να το κάνει εικόνα στο μυαλό της. Ο Μπάντζο ξεπηδάει σαν αστραπή από τα ρείκια, ενθουσιασμένος με τον εαυτό του, κουβαλώντας κάτι που η Τρέι θα μπορούσε να το μυρίσει από ένα μίλι μακριά. «Άσ’ το» διατάζει. Ο Μπάντζο της ρίχνει ένα επικριτικό βλέμμα, αλλά είναι καλά εκπαιδευμένος· αφήνει αυτό που κρατάει και εκείνο πέφτει στο μονοπάτι με έναν γδούπο. Είναι στενό και σκουρόχρωμο, ίσως μια νεαρή ερμίνα. «Καλό σκυλί» λέει η Τρέι, ελευθερώνοντας το ένα χέρι από την καρέκλα για να του χαϊδέψει το κεφάλι, αλλά ο Μπάντζο παραμένει θυμωμένος. Αντί να τρέξει πάλι μακριά, περπατάει δίπλα της, με κατεβασμένη μουσούδα και ουρά, για να της δείξει πως τον έχει πληγώσει. Ο Καλ αποκαλεί τον Μπάντζο μεγάλο γέρικο μωρό. Ο Ριπ είναι από κείνους τους καβγατζήδες που ακόμα κι αν τους κόψεις το ένα πόδι, θα συνεχίσουν να έρχονται καταπάνω σου. Ο Μπάντζο, απ’ την άλλη, προτιμάει να αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τα βάσανά του. Η κατηφόρα είναι κατά τόπους απότομη, αλλά τα πόδια της Τρέι είναι μαθημένα σ’ αυτό το βουνό και διατηρεί τον
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=