Ο κόσμος της Σοφίας

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 16 πασχαλιές. Οι σημύδες μόλις που είχαν αρχίσει να πρασινίζουν. Δεν ήταν παράξενο που τούτη την εποχή του χρόνου όλα άρχιζαν να φουντώνουν, να γεμίζουν φύλλα και λουλούδια, να μεγαλώνουν; Μόλις ζέσταινε λίγο ο καιρός και έλιωναν τα τελευταία χιόνια, η πρασινάδα ξεφύτρωνε πλούσια μέσα από το άψυχο χώμα και φούντωνε, ξεχείλιζε από παντού. Πώς γινόταν αυτό το πράγμα; Η Σοφία έριξε μια ματιά στο γραμματοκιβώτιο, πριν ανοίξει το πορτάκι του κήπου. Συνήθως έβρισκε ένα σωρό διαφημιστικά έντυπα και κάνα δυο μεγάλους φακέλους για τη μαμά της. Η Σοφία τα έπαιρνε όλα και τα άφηνε στο τραπέζι της κουζίνας· ύστερα ανέβαινε στο δωμάτιό της να διαβάσει τα μαθήματά της. Για τον μπαμπά της δεν έρχονταν γράμματα· καμιά φορά μονάχα, η τράπεζα του έστελνε ενημερωτικά σημειώματα για τον λογαριασμό του. Αλλά ο μπαμπάς της Σοφίας δεν ήταν σαν τους συνηθισμένους μπαμπάδες. Ήταν καπετάνιος σ’ ένα πετρελαιοφόρο και ταξίδευε σχεδόν όλον τον χρόνο. Όταν έπαιρνε την άδειά του και έμενε στο σπίτι για λίγες εβδομάδες, τριγύριζε όλη μέρα με τις παντόφλες και έδειχνε διαρκώς την αγάπη του στη Σοφία και στη μαμά της, μ’ έναν τρόπο συγκινητικό. Τους μήνες, όμως, που ταξίδευε, έμοιαζε τόσο μακρινός! Στο μεγάλο πράσινο γραμματοκιβώτιο δεν υπήρχε σήμερα παρά ένας μικρός φάκελος – κι αυτός ήταν για τη Σοφία. «Σοφία Άμουνδσεν» έγραφε στο σημείο όπου σημειώνεται το όνομα του παραλήπτη. «Κλοφερφάιεν 3». Κι αυτό ήταν όλο. Το όνομα του αποστολέα δεν ήταν γραμμένο πουθενά. Το γράμμα δεν είχε καν γραμματόσημο.

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=