Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ 17 Η Σοφία έκλεισε πίσω της το πορτάκι του κήπου και άνοιξε το γράμμα. Μέσα, δεν βρήκε παρά ένα μικρό κομμάτι χαρτί, μικρό όσο και το φακελάκι. Και σ’ αυτό το χαρτάκι ήταν γραμμένα δυο λόγια μόνο: Ποια είσαι; Τίποτε άλλο. Ούτε μια λέξη χαιρετισμού ούτε αποστολέας ούτε τίποτα. Μόνο αυτές οι δύο λέξεις, γραμμένες με το χέρι, και δίπλα τους ένα μεγάλο ερωτηματικό. Στριφογύρισε τον φάκελο στα χέρια της, κοιτάζοντάς τον προσεκτικά γι’ άλλη μια φορά. Ήταν γι’ αυτήν – στ’ αλήθεια. Αλλά ποιος τον είχε ρίξει μέσα στο γραμματοκιβώτιό τους; Η Σοφία άνοιξε όσο μπορούσε πιο γρήγορα την πόρτα του σπιτιού, που ήταν χτισμένο με κόκκινα τούβλα. Όπως πάντα όμως, η γάτα, η Σιρχάν, ήταν πιο γρήγορη: σύρθηκε ανάμεσα στους θάμνους, πήδησε στα σκαλιά και τρύπωσε στο σπίτι, πριν προλάβει η Σοφία να κλείσει πίσω της την πόρτα. «Ψιψίνα, ψιψίνα, ψιψίνα!» Όταν η μαμά της Σοφίας θύμωνε για οποιονδήποτε λόγο, τότε έλεγε πως το σπίτι της δεν ήταν σπίτι, ήταν ζωολογικός κήπος. Και πράγματι, η Σοφία είχε μια μεγάλη συλλογή από ζώα. Πρώτα πρώτα, είχε μια γυάλα με τρία χρυσόψαρα: τη Χρυσομαλλούσα, την Κοκκινοσκουφίτσα και τον Μουτζούρη. Ύστερα ήταν τα παπαγαλάκια, ο Τομ και ο Τζέρι· έπειτα η χελώνα Γκοβίντα· και τέλος, η γάτα με τις κίτρινες και καφετιές ραβδώσεις, η Σιρχάν. Υποτίθεται πως όλα αυτά τα ζώα αποτελούσαν ένα είδος αποζημίωσης για τη Σοφία, μια και η μαμά της τελείωνε αργά το βράδυ τη δουλειά της, και ο μπαμπάς της έλειπε συνεχώς ταξιδεύοντας σ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου.
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=