Ο δρόμος προς τα αστέρια

17 όταν δούλευε στο Kiwi καλά ήταν, και τότε που καθάριζε τα τραμ καλά ήταν κι οι άλλοι έλεγαν ο μπαμπάς σου δουλεύει στο Kiwi, μπορείς να του πεις να μου κάνει έκπτωση στο σοκολατούχο γάλα; Ο μπαμπάς σου καθαρίζει τα τραμ, μπορείς να του πεις να μη σβήνει τις ταγκιές του αδερφού μου; Το μόνο που δεν ήταν καλό ήταν τότε που ήταν ποιητής κι έγραφε πως οι σκέψεις είναι σαν παγιδευμένα χέλια και πουλούσε τα ποιήματά του έξω από τα μίνι μάρκετ, όχι δεν μου άρεσε αυτό, αλλά η στιγμή που αρχίζει και βράζει ο βραστήρας μου αρέσει, χρειάζεται ελάχιστη ώρα για να βράσει, πολύ ονειρεύεσαι, μου λέει συχνά η Μελίσα, αν τα όνειρα πληρώνονταν θα ήμασταν πλούσιοι, θα μέναμε στο Χολμενκόλλεν. Το νερό άρχισε να κοχλάζει. Ο μπαμπάς σήκωσε τον βραστήρα. Εγώ ονειρευόμουν ήδη. Γιατί ήξερα πού πουλούσαν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και σκεφτόμουν ήδη ότι θα μπορώ να τρέχω κατευθείαν εκεί μετά το σχολείο κι ο μπαμπάς θα στριφογυρνάει ανάμεσα στα δέντρα φορώντας το πλεχτό, ισλανδικό του πουλόβερ κι εγώ θα στέκομαι κοντά στο βενζινάδικο και θα τον βλέπω να χαμογελάει στους πελάτες και να βάζει τα λεφτά τους στο χοντρό του πορτοφόλι. Μετά θα έπαιρνε

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=