16 τύλιξα ξανά και την κράτησα ανοιχτή. Εκείνος με κοίταξε. – Μα πωλητής χριστουγεννιάτικων δέντρων; επανέλαβε. Αυτές είναι δουλειές για κάτι τύπους από το χωριό, βρε Ρόνια. – Το κάτι είναι καλύτερο απ’ το τίποτα, είπα εγώ. Τότε ξανακοίταξε την αφίσα. Κι έτσι ξαφνικά σηκώθηκε, πήγε στον πάγκο και πήρε στο χέρι τον βραστήρα. Άνοιξε τη βρύση και είπε: Μόνο χαζή δεν είσαι. Ποτέ δεν ήσουν. Γέμισε τον βραστήρα. Το λατρεύω όταν πίνει καφέ. Κι όταν πάει να φορέσει μια φόρμα και τη φοράει όπως τη φοράει, κι όταν κοιτάζει απ’ το παράθυρο και αρχίζει να περιφέρεται μες στο σπίτι, το λατρεύω, θυμάμαι όλες τις δουλειές που έχει κάνει ο μπαμπάς. Η καλύτερη ήταν όταν ήταν φούρναρης, έφερνε κάτι τεράστια τσουρεκάκια κανέλας στο σπίτι κι εγώ τα έπαιρνα στο σχολείο την επομένη κι όλοι σκύβανε πάνω απ’ το ταπεράκι μου και λέγανε ουάου, κι ο Μούσε έλεγε ρε, τι τυχερή που είσαι, κι η Στέλλα έλεγε το ξέρεις ότι δεν επιτρέπονται αυτά; κι ο Μούσε έλεγε χαλάρωσε ρε Στέλλα, ολωνών το κολατσιό τίγκα στη ζάχαρη είναι. Αλλά κι
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=