Ο δρόμος προς τα αστέρια

15 Όταν γύρισα σπίτι, ο μπαμπάς καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Σήκωσε το βλέμμα, σκέπασε τα μάτια με το χέρι του. – Τι έγινε, ήρθε ο ήλιος μες στο σπίτι; είπε. Πού είναι τα γυαλιά ηλίου μου; Χαμογέλασε, χαμογέλασα κι εγώ. Ύστερα σταμάτησε να χαμογελά. – Έλα να καθίσεις λίγο εδώ, είπε. Έτριψε το μέτωπό του. Εγώ δεν άντεχα να ξαναρχίσει τα ίδια. Δεν πρέπει να μεγαλώνουν τα παιδιά μες στην άσφαλτο και τη σαβούρα, λέει, αλλά εντάξει, μόνο χαζά δεν είστε τουλάχιστον, λέει μετά, και μια χαρά έχετε περάσει, έτσι δεν είναι; Θυμάστε τη σκηνή που στήσαμε εκείνο το καλοκαίρι; Θυμάστε το ξύλινο σπιτάκι τον χειμώνα; κι εγώ του απαντώ ναι και όχι και ναι, αλλά δεν άντεχα τώρα να ξαναρχίσει με όλα αυτά. Ξετύλιξα την αφίσα και την άπλωσα πάνω στο τραπέζι. – Πωλητής χριστουγεννιάτικων δέντρων, είπε ο μπαμπάς. Η αφίσα ξανατυλίχτηκε από μόνη της. Την ξε-

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=