Out

O U T 21 «Βιάσου!» μάλωσε η Γιόσι τη Μασάκο. «Έρχεται ο Nακαγιάμα». O Nακαγιάμα ήταν ο επιστάτης της νυχτερινής βάρδιας. Nεαρός, λίγο πάνω από τα τριάντα, βρομόστομος, είχε τέτοια εμμονή με τους κανόνες παραγωγής, που έκανε όλους τους εργάτες να τον μισούν. «Συγγνώμη!» είπε η Μασάκο, πιάνοντας ένα σετ γάντια μιας χρήσης και μια αποστειρωμένη πετσέτα χεριών για τον εαυτό της και τη Γιαϊόι. Της τα ’βαλε στο χέρι κι εκείνη τα κοίταξε σαν να συνειδητοποιούσε μόλις εκείνη τη στιγμή ότι βρισκόταν στη δουλειά. «Σύνελθε» της είπε αυστηρά η Μασάκο. «Ευχαριστώ» ψέλλισε η Γιαϊόι. Καθώς πήγαιναν να πάρουν τις θέσεις τους στην αρχή της γραμμής, η Γιόσι τους έδωσε τις οδηγίες της βάρδιας. «Ξεκινάμε από γεύματα με κάρι. Χίλια διακόσια. Παίρνω εγώ το ρύζι κι εσείς τη συσκευασία, εντάξει;» «Ρύζι» σήμαινε επικεφαλής της γραμμής, ήταν ο άξονας όλης της διαδικασίας, αυτό που καθόριζε την ταχύτητα στη γραμμή παραγωγής. Η Γιόσι, που ήταν εξαιρετικά καλή σ’ αυτό, προθυμοποιούνταν πάντα να πάρει τη θέση ενώ η Μασάκο αναλάμβανε το πόστο να της περνάει τα πακέτα συσκευασίας. Προτού αρχίσει να στήνει τα πλαστικά κουτιά, γύρισε να δει τι έκανε η Γιαϊόι. Είχε αργήσει να πάει να πιάσει το εύκολο πόστο, να ρίχνει στο πακέτο τις κουταλιές του κάρι. Η Κουνίκο, που είχε καταφέρει να πιάσει το ένα απ’ αυτά, την κοίταξε και ανασήκωσε τους ώμους της. Εντάξει, την έχουμε στον νου μας, έμοιαζε να λέει το ύφος της, αλλά αν δεν μπορεί να φροντίσει ούτε καν αυτό το ασήμαντο πράγμα, τι να κάνουμε κι εμείς; «Τι τρέχει μ’ αυτήν;» ρώτησε η Γιόσι κοιτώντας συνοφρυωμένη τη Γιαϊόι. «Άρρωστη είναι;» Η Μασάκο κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλά δεν είπε τίποτα. Η Γιαϊόι φαινόταν ανησυχητικά αφηρημένη. Την παρακολούθησε να φεύγει από τη γραμμή παραγωγής, όπου δεν είχε απομείνει ελεύθερο πόστο, και να επιστρέφει προς την αρχή, προς το στρώσιμο του ρυζιού, ένα από

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=