O U T 19 κεφάλι της με ένα απ’ τα χάρτινα καπελάκια που φορούσαν όλες οι εργάτριες. Θύμιζαν μάλλον σκουφιά μπάνιου παρά καπέλα και οι εργάτριες, αστειευόμενες, τα αποκαλούσαν «σκαραβαίους» γιατί ήταν σαν σκαθάρια στο σχήμα. Έπιασε, στη συνέχεια, μια καθαρή πλαστική ποδιά και βγήκε από τ’ αποδυτήρια. Είδε τη Γιαϊόι να κάθεται εκεί ακριβώς όπου την είχε αφήσει – σαν να μην είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. «Ε! Κουνήσου» της είπε, αλλά βλέποντας πόσο αργούσε η Γιαϊόι να σηκωθεί η ενόχλησή της έγινε ανησυχία. Είχαν φύγει σχεδόν όλοι οι εργάτες από την αίθουσα, μόνο μερικοί Βραζιλιάνοι χασομερούσαν ακόμη στα ψάθινα στρώματα. Κάπνιζαν καθισμένοι με την πλάτη στον τοίχο και τα χοντρά τους πόδια τεντωμένα μπροστά. «’μέρα» της είπε ένας απ’ αυτούς σηκώνοντας το χέρι του που κρατούσε ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο. Η Μασάκο τον χαιρέτησε κλίνοντας ελαφρά το κεφάλι και χαμογελώντας του διακριτικά. Η ταμπελίτσα με το όνομά του στο τσεπάκι του στήθους έγραφε Καζούο Μιγιαμόρι, που ήταν καθαρά ιαπωνικό όνομα, αλλά η Μασάκο σκέφτηκε άθελά της πόσο ξένος έδειχνε με το μελαμψό δέρμα του, το οστεώδες πρόσωπο και το κυρτό μέτωπο. Τον φαντάστηκε να κάνει μια από τις πιο σκληρές χειρωνακτικές δουλειές, όπως να κουβαλάει ρύζι στο μηχάνημα αυτόματης τροφοδοσίας. «Καλημέρα» είπε ο εργάτης, αυτή τη φορά στη Γιαϊόι, αλλά η Γιαϊόι ήταν τόσο χαμένη στις σκέψεις της, που ούτε καν τον πρόσεξε. O άντρας φάνηκε ν’ απογοητεύεται, αλλά τέτοιου είδους απογοητεύσεις ήταν πολύ συχνές σ’ εκείνο τον κρύο και αφιλόξενο χώρο εργασίας. Προτού φορέσουν τις ποδιές και τις μάσκες τους, οι δυο γυναίκες πέρασαν από τους νιπτήρες. Έπλυναν τα χέρια τους τρίβοντάς τα με τις ειδικές σκληρές βούρτσες για να τ’ απολυμάνουν. Στη συνέχεια χτύπησαν κάρτα, φόρεσαν τ’ άσπρα παπούτσια της δουλειάς και πέρασαν για άλλη μια φορά από τον έλεγχο της επιθεωρήτριας υγιεινής, που τώρα είχε στηθεί στο επόμενο πόστο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=