Out

O U T 15 πάτε παρέα λόγω του σούσουρου που έχει ξεσπάσει μ’ αυτό τον ανώμαλο» είπε. «Nαι, έτσι είναι» απάντησε η Μασάκο. «Η Κουνίκο είναι ακόμη νέα και κινδυνεύει». Η Κουνίκο κακάρισε. Ήταν είκοσι εννέα χρόνων. Η Γιόσι παρέκαμψε μια λακκούβα νερό που γυάλιζε στο μισόφωτο και στράφηκε να κοιτάξει τη Μασάκο. «Κι εσένα περνάει η μπογιά σου ακόμα» είπε. «Πόσο είσαι, σαράντα τρία;» «Έλα, σταμάτα» είπε η Μασάκο πνίγοντας ένα γέλιο. Το κομπλιμέντο της προκάλεσε ένα είδος γυναικείας συστολής που σπάνια αισθανόταν πια. «Μη μου πεις ότι έχεις μείνει στεγνή, στεγνή και κρύα!» Η Γιόσι αστειευόταν, αλλά η Μασάκο σκέφτηκε ότι είχε πέσει διάνα. Ένιωθε πράγματι στεγνή και κρύα σαν ερπετό, έτσι όπως σερνόταν τώρα σ’ εκείνον τον χωματόδρομο. «Άργησες λίγο σήμερα ή μου φαίνεται;» ρώτησε τη Γιόσι για ν’ αλλάξει θέμα. «Αχ, η γιαγιά ήταν μπελάς». Η Γιόσι σώπασε και συνοφρυώθηκε. Φρόντιζε την πεθερά της που ήταν κατάκοιτη στο σπίτι. Η Μασάκο κοίταξε πάλι μπροστά της τον δρόμο, αποφασισμένη ν’ αποφύγει άλλες ερωτήσεις. Όταν άφησαν πίσω τους τα εγκαταλειμμένα κτίρια, προσπέρασαν μια σειρά από τα λευκά φορτηγά που παρέδιδαν τα πακεταρισμένα έτοιμα γεύματα σε διάφορα καταστήματα τροφίμων της πόλης· πίσω από τα φορτηγά πρόβαλλε το εργοστάσιο λάμποντας κάτω από τα φθορίζοντα φώτα του – μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται. Περίμεναν μέχρι να παρκάρει η Γιόσι το ποδήλατό της στις ράγες δίπλα στον τοίχο του εργοστασίου κι ύστερα ανέβηκαν όλες μαζί τα σκαλοπάτια στο πλάι του κτιρίου που ήταν καλυμμένα με τεχνητό χλοοτάπητα. Η είσοδος ήταν στον πρώτο όροφο. Προς τα δεξιά ήταν τα γραφεία και στο τέρμα του διαδρόμου η αίθουσα του προσωπικού και τ’ αποδυτήρια. O κύριος χώρος του εργοστασίου βρισκόταν στο ισόγειο και έτσι, αφού

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=