NATSUO KIRINO 14 απασχολούσε κι έναν μεγάλο αριθμό Βραζιλιάνων ιαπωνικής καταγωγής, πολλοί από τους οποίους ήταν παντρεμένα ζευγάρια. «Όλοι λένε πως ο ανώμαλος είναι μάλλον Βραζιλιάνος» είπε η Κουνίκο κοιτάζοντας κάπως τρομαγμένη στο σκοτάδι. Η Μασάκο συνέχισε να βαδίζει χωρίς να της απαντήσει. Δεν είχε καμιά σημασία από πού ήταν ο άντρας, σκέφτηκε, δεν υπήρχε αντίδοτο στην καταπίεση που προέκυπτε από τη δουλειά σ’ αυτό το εργοστάσιο. Oι γυναίκες έπρεπε απλώς να μάθουν ν’ αυτοπροστατεύονται όσο καλύτερα μπορούσαν. «Λένε ότι είναι πολύ σωματώδης και δυνατός, ότι αρπάζει τις γυναίκες κι απλώς τις κρατάει χωρίς να βγάζει κιχ». Υπήρχε κάτι στον τόνο της Κουνίκο που άφηνε μια υπόνοια κρυφής λαχτάρας. Η Μασάκο σκέφτηκε ότι η Κουνίκο ήταν ένας άνθρωπος στερημένος, μπλοκαρισμένος, σαν ένα πυκνό μαύρο σύννεφο που κρύβει τ’ άστρα τη νύχτα. Πίσω τους ακούστηκε στρίγκλισμα φρένων ποδηλάτου και, όταν γύρισαν νευρικά να κοιτάξουν, είδαν μια άλλη γυναίκα, μεγαλύτερή τους, να πλησιάζει καβάλα στο ποδήλατό της. «Α, εσείς είστε» τους είπε. Ήταν η Γιόσι Αζούμα. Πλησίαζε τα εξήντα, χήρα, με σβέλτα δάχτυλα που την έκαναν την πιο γρήγορη εργάτρια στη γραμμή παραγωγής. Oι άλλες της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ο Καπετάνιος» γιατί τη σέβονταν όσο κι αν γκρίνιαζαν. «Α, ο Καπετάνιος. Καλημέρα» είπε η Μασάκο ανακουφισμένη. Η Κουνίκο δεν είπε τίποτα, ωστόσο έμεινε ένα βήμα πίσω. «Μην αρχίσετε τώρα κι εσείς να με φωνάζετε έτσι» είπε η Γιόσι, αν και φάνηκε να το χαίρεται κατά βάθος. Κατέβηκε από το ποδήλατό της κι άρχισε να βαδίζει δίπλα στις άλλες δύο. Ήταν μικρόσωμη μα γεροδεμένη, με μονοκόμματο κορμί που έμοιαζε ιδανικό για σωματική εργασία. Το πρόσωπό της, αντίθετα, ήταν ανοιχτόχρωμο με λεπτά χαρακτηριστικά, σχεδόν σαγηνευτικό έτσι όπως πρόβαλλε τώρα χλωμό μες στο σκοτάδι. Ίσως αυτή η έντονη αντίθεση ήταν που την έκανε να δείχνει λυπημένη, σαν να είχε περάσει πολλές μπόρες στη ζωή της. «Nα φανταστώ ότι
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=