O U T 13 «Ωραίο αμάξι» είπε. Το αυτοκίνητο της Κουνίκο ήταν ένα θέμα που είχε σχολιαστεί πολύ στο εργοστάσιο. «Αλήθεια, σ’ αρέσει;» είπε η Κουνίκο κι έβγαλε ναζιάρικα τη γλώσσα της, ευχαριστημένη από το κομπλιμέντο. «Μόνο που μ’ έχει χώσει ως τον λαιμό στα χρέη». Η Μασάκο άφησε ένα αόριστο γελάκι. Κατά τα φαινόμενα, το αυτοκίνητο δεν πρέπει να ήταν η μοναδική αιτία για τα χρέη της Κουνίκο. Φορούσε αξεσουάρ αποκλειστικά επώνυμων σχεδιαστών και τα ρούχα της ήταν ολοφάνερα πανάκριβα. «Πάμε» είπε η Μασάκο. Λίγο μετά τον καινούργιο χρόνο είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν φήμες για κάποιον άγνωστο που την έστηνε στον δρόμο που οδηγούσε από το πάρκινγκ στο εργοστάσιο. Έπειτα, μερικές εργάτριες είχαν καταγγείλει ότι κάποιος είχε επιχειρήσει να τις παρασύρει στα σκοτεινά για να τους επιτεθεί και ότι μετά βίας είχαν προλάβει να του ξεφύγουν. Η διεύθυνση είχε εκδώσει προειδοποίηση προς τις εργαζόμενες να πηγαινοέρχονται πάντα κατά ομάδες. Έτσι, οι δυο γυναίκες ξεκίνησαν να περπατάνε παρέα μέσα στην καλοκαιριάτικη νύχτα, στον κακοφωτισμένο χωματόδρομο. Στα δεξιά τους ήταν μια ανομοιόμορφη σειρά από πολυκατοικίες και αγροτόσπιτα με μεγάλες αυλές – τίποτα ειδυλλιακό, αλλά ήταν τουλάχιστον ένα ίχνος ζωής στην περιοχή. Στ’ αριστερά, πέρα από ένα βαθύ χαντάκι πνιγμένο στ’ αγριόχορτα, ήταν μια σειρά από έρημα, εγκαταλειμμένα κτίρια: ένα παλιότερο εργοστάσιο παρασκευής έτοιμων γευμάτων, μια ερειπωμένη αίθουσα μπόουλινγκ. Τα θύματα είχαν αναφέρει ότι ο άγνωστος που τους είχε επιτεθεί τις είχε σύρει ανάμεσα στα έρημα κτίρια και γι’ αυτό η Μασάκο είχε τα μάτια της δεκατέσσερα καθώς αυτή κι η Κουνίκο προχωρούσαν με βήμα γοργό στον χωματόδρομο. Από μια πολυκατοικία στα δεξιά ακούγονταν ένας άντρας και μια γυναίκα να καβγαδίζουν στα πορτογαλικά. Κατά πάσα πιθανότητα δούλευαν και οι δύο στο εργοστάσιο. Εκτός από νοικοκυρές που εργάζονταν με μειωμένο ωράριο, το εργοστάσιο
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=