Όπως στα βιβλία

ΟΠΩΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ 17 τους, παράγγελνε πίτσα κάθε Πέμπτη. Το ότι εκείνη το ήξερε την έκανε να νιώθει άβολα· ίσως παραείχε ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή της, τόσο όσο χρειαζόταν για να μελετάει τις συνήθειες του γείτονά της. «Ευχαριστώ». Από το παράθυρό της, η Έιπριλ είδε τον διανομέα της πίτσας να επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, ένα μικροσκοπικό δίπορτο με ένα τεράστιο πλαστικό κομμάτι πίτσα στην οροφή. Ίσως να είχε κάποια να τον περιμένει στο τέλος της βάρδιας του – κάποια που θα είχε σκεφτεί να προθερμάνει τον φούρνο για την πίτσα που εκείνος θα έφερνε σπίτι, κάποια που θα ενδιαφερόταν ν’ ακούσει για τη μέρα του και για τις περιπέτειές του στη διανομή πίτσας. Κάποια που δεν χρειαζόταν ν’ αφήνει σημειώματα σε βιβλία ευελπιστώντας να βρει το ταίρι της. Το αυτοκινητάκι πήρε μπρος κι έφυγε. Τέλος πάντων. Το γράμμα ήταν τελειωμένη υπόθεση – τώρα είχε παραδοθεί. Και τι θα γινόταν άραγε αν ο άντρας του βιβλιοπωλείου τελικά το διάβαζε; Μάλλον τίποτα, σκέφτηκε η Έιπριλ, πίσω ξανά στο γραφείο της και την υπερανάλυση δεδομένων. Ίσως οι ενήλικες γυναίκες –η Έιπριλ ήταν τριάντα τριών, ηλικία που δεν της φαινόταν ούτε μεγάλη ούτε μικρή– με ενήλικες δουλειές τηλεργασίας σαν τη δική της δεν θα έπρεπε να φαντάζονται τον εαυτό τους σαν τη μη ξανθιά ηρωίδα μιας ταινίας της Νόρα Έφρον. (Τα χρώμα μαλλιών της ήταν ένα πολύ απαγορευτικό για ρομαντικές κομεντί ανοιχτοκάστανο, αν και η ίδια ήθελε να πιστεύει πως το κούρεμά της ήταν καλύτερο από

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=