MOIRA MACDONALD 16 που αντάλλασσαν ένας υπάλληλος βιβλιοπωλείου, όπως δεν παρέλειψε να σημειώσει η Έιπριλ, και μία βιβλιοφάγος) ήταν τόσο γοητευτική που, για κάποιον λόγο, μέσα στη μαύρη νύχτα, η ιδέα τής είχε φανεί εξαιρετική. Μερικές φορές, είχε επιχειρηματολογήσει μέσα της, καθισμένη στο γραφείο της μέσα στο σκοτάδι, απλώς έπρεπε να πετάξεις την πετρούλα σου στη λίμνη του κόσμου και να δεις αν και πώς θα τάραζε τα νερά. Το επόμενο πρωί, είχε αφήσει το γράμμα μέσα στο βιβλίο, στα γρήγορα, χωρίς να δώσει στον εαυτό της χρόνο να το ξανασκεφτεί. Και τώρα, καθώς το απομεσήμερο καταλάγιαζε στην ήσυχη, γκρίζα απαλότητα ενός απογεύματος που θύμιζε παλιό, μαλακό πουλόβερ, δεν της ήταν εύκολο να συγκεντρωθεί στη δουλειά. Ο βόμβος από το θυροτηλέφωνο διέκοψε τις σκέψεις της, ξαφνιάζοντάς την. Ως συνήθως, δεν περίμενε κανέναν· ο αδερφός της, ο Μπεν, ήταν το μοναδικό άτομο στη ζωή της με τη συνήθεια να εμφανίζεται απροειδοποίητα, και η Έιπριλ ήξερε ότι το μεσημέρι είχε πάει σε μια οντισιόν για ένα μιούζικαλ, παρά το γεγονός ότι αδυνατούσε να τραγουδήσει. Διέσχισε το δωμάτιο και πάτησε το κουμπί. «Ναι;» «Έχω μια πίτσα για έναν… Τζάκσον;» «Λάθος κάνετε» είπε η Έιπριλ. «Ο κύριος Τζάκσον μένει στο διπλανό διαμέρισμα, το 305». Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο διανομέας της πίτσας έκανε αυτό το λάθος. Ο κύριος Τζάκσον, ένας συνταξιούχος δάσκαλος με τον οποίο η Έιπριλ είχε ανταλλάξει τυπικότητες μια δυο φορές στην είσοδο της πολυκατοικίας και στον διάδρομο του ορόφου
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=