MOIRA MACDONALD 14 δύο τετράγωνα από την πολυκατοικία της Έιπριλ, ένα ηλιόλουστο μαγιάτικο απομεσήμερο γεμάτο υποσχέσεις. Στο βιβλιοπωλείο, ένας τριαντάρης (το όνομα του οποίου η Έιπριλ δεν γνώριζε) με αφρόντιστα κολακευτικό μούσι και εκείνο το τρυφερό χαμόγελο που θα μπορούσε να εμπνεύσει γλυκερά ποιήματα, είχε αναλάβει τη διευθέτηση των νέων αφίξεων μεταχειρισμένων βιβλίων, ξεδιαλέγοντας και ελέγχοντας το εσωτερικό τους για ξεχασμένα αντικείμενα. Η Έιπριλ ήταν σίγουρη ότι θα έβρισκε το γράμμα και θα το διάβαζε. Φαινόταν προσεκτικός στη δουλειά του, έτσι όπως σίγουρα θα ήταν ο τύπος του άντρα που ενδεχομένως θα εκτιμούσε το μυστήριο μιας ανώνυμης αλληλογραφίας. Αν και πάρα, μα πάρα πολύ εμφανίσιμος –σίγουρα δεν ήταν ηθοποιός, παρότι θα μπορούσε εύκολα να είναι–, αυτός ο νέος άντρας φαινόταν ήσυχος και εσωστρεφής σαν βιβλιοφάγος, ίσως ακόμα και λίγο ντροπαλός. Η Έιπριλ τον έβλεπε να εξυπηρετεί με ευγένεια και προθυμία τους πελάτες, και μια φορά τον είχε δει να ψάχνει στο ίντερνετ ένα βιβλίο για έναν ηλικιωμένο που φαινόταν να αντιμετωπίζει με μεγάλο σκεπτικισμό τους υπολογιστές. Με λίγα λόγια, ο τύπος φαινόταν καλός. Η Έιπριλ ήταν έτοιμη για το καλό. Επίσης, ήταν μόνη. Στην αρχή, η τηλεργασία τής είχε φανεί πολύ βολική, τώρα όμως της έδινε την εντύπωση πως είχε εξελιχθεί σε κάτι μόνιμο, στο οποίο η ίδια δεν είχε συναινέσει ποτέ και στο οποίο, ως άτομο με ροπή προς την εσωστρέφεια, είχε προσαρμοστεί μάλλον υπερβολικά εύκολα. Τις προάλλες, είχε βγει για έναν περίπατο –ανάγκαζε τον εαυτό της
RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=