Όπως στα βιβλία

ΟΠΩΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ 13 γραμμένης σε αληθινό χαρτί, μη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας – ο γραφικός χαρακτήρας, με τις ιδιαίτερες καμπύλες και τις κλίσεις και τις γωνίες του, φαινόταν να είναι ένας μικροσκοπικός χάρτης της πεμπτουσίας του ατόμου, ή μια πύλη σε μια άλλη εποχή, σαν βικτοριανό μυθιστόρημα γραμμένο με στιλογράφο που γδέρνει το χαρτί. Παρ’ όλα αυτά, η Έιπριλ ήξερε πολύ καλά ότι μερικά γράμματα δεν έπρεπε να στέλνονται ποτέ. Γράμματα-εξομολογήσεις οδυνηρών μυστικών, ας πούμε, από αυτά που είναι προτιμότερο να πάρεις στον τάφο σου ή έστω να κρατήσεις κρυφά ως τα βαθιά γεράματά σου. Γράμματα που ξεχειλίζουν από εκρηκτικό, παιδιάστικο θυμό, που σύντομα θα εξανεμιζόταν αν το γράμμα δεν είχε σταλεί, αλλά που, στην αντίθετη περίπτωση, θα έμενε για πάντα στα χολωμένα ορνιθοσκαλίσματα μιας κόλλας χαρτιού. Γράμματα που διέδιδαν κουτσομπολιά, βάσιμα ή αβάσιμα – ίσως ειδικά αν ήταν βάσιμα. Ή γράμματα γραμμένα αργά τη νύχτα, που άρχιζαν με τα λόγια: «Δεν με ξέρεις, αλλά…» και συνέχιζαν εκφράζοντας κάτι που μόνο σαν ξεμυάλισμα για κάποιον που δεν γνωρίζεις θα μπορούσε να περιγραφεί. Δυστυχώς, το γράμμα που είχε γράψει εκείνη ήταν ακριβώς αυτό. Κι ενώ στην πραγματικότητα δεν το είχε στείλει, το γράμμα είχε φτάσει παρ’ όλα αυτά στον προορισμό του, χωμένο ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου –του μυθιστορήματος του Άντονι Χόροβιτς Οι φόνοι της κίσσας– και αφημένο σε μια στοίβα με άλλα βιβλία στον πάγκο των μεταχειρισμένων του Read the Room, του βιβλιοπωλείου που απείχε μόλις

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=