Οι τρεις απατεώνες

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ 39 σε κάποιον άλλον δρόμο· όμως δεν ασχολήθηκα μαζί του γιατί η προσοχή μου είχε στραφεί αλλού. Σου είπα ότι πέταξε κάποιο αντικείμενο· λοιπόν, είδα κάτι που έμοιαζε με μικρή φλόγα να αστράφτει στον αέρα και να περνάει σφυρίζοντας πάνω από το πεζοδρόμιο, και δίχως να το σκεφτώ άρχισα να το κυνηγάω. Η ορμή του ελαττώθηκε και είδα κάτι που έμοιαζε με λαμπερό νόμισμα της μισής πένας να κυλάει όλο και πιο αργά και ύστερα να στρίβει απότομα προς τον υπόνομο, να ταλαντεύεται για μια στιγμή στην άκρη και να πέφτει μέσα στη σχάρα. Πρέπει να κραύγασα από αγανάκτηση, παρότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι κυνηγούσα· και μετά, γεμάτος ανακούφιση, είδα πως αντί να πέσει μέσα στον υπόνομο, το αντικείμενο είχε σταθεί ανάμεσα σε δύο κάγκελα της σχάρας. Έσκυψα και το σήκωσα και το έβαλα στην τσέπη μου, και ήμουν έτοιμος να φύγω, όταν άκουσα κάποιον άλλον να τρέχει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μπήκα γρήγορα στον στάβλο, ή ό,τι ήταν τέλος πάντων αυτό το κτίσμα, και χώθηκα όσο βαθύτερα μπορούσα στις σκιές. Ένας άντρας πέρασε τρέχοντας, λίγα βήματα παρακεί που στεκόμουν, και χάρηκα πολύ που ήμουν κρυμμένος. Δεν μπορούσα να διακρίνω πολλά, αλλά είδα πως τα μάτια του γυάλιζαν και το στόμα του ήταν ανοιχτό έτσι που τα δόντια του φαίνονταν, και κρατούσε ένα απειλητικό μαχαίρι

RkJQdWJsaXNoZXIy MTY1MTE=